Η λιβιδινική σχέση του Μουντιάλ με τον Νεοφιλελευθερισμό

Από τη φροϋδική λίμπιντο που μεταφέρθηκε στους ψηφιακούς καταναλωτές-φιλάθλους, μέχρι το Παγκόσμιο Κύπελλο της FIFA που άφησε και την ψυχή του στα λημέρια της εργατικής τάξης.

Illustration: Γιώργος Γαβριλάκης
Illustration: Γιώργος Γαβριλάκης

Μην χάνεις είδηση. Βάλε το στην Google

Πρόσθεσε το ATHLETIKO στην Google

Όταν ο Σίγκμουντ Φρόυντ λίγο μετά τον A’ Παγκόσμιο Πόλεμο προβληματίστηκε για τις ασυνείδητες συναισθηματικές δεσμεύσεις του ανθρώπου, εστίασε στη λίμπιντο. Έτσι προέκυψε η δική του οπτική την οποία κατέγραψε και δημοσίευσε το 1921 στο κλασικό έργο «Ψυχολογία των Μαζών και Ανάλυση του Εγώ».

Αν τολμούσαμε μία νοητική ακροβασία και τοποθετούσαμε στο 2026 τις ιδέες του Φρόυντ που διατυπώθηκαν στις αρχές και στα μέσα του προηγούμενου αιώνα, κι αν του ζητούσαμε να εστιάσει στην ψυχολογία της μάζας των φιλάθλων, πιθανότατα δεν θα έβλεπε τον οπαδισμό ως ένα απλό χόμπι ή ως μια λογική επιλογή ψυχαγωγίας. Θα τον αντιμετώπιζε ως μια βαθιά ψυχική επένδυση των ατόμων.

Εκατό χρόνια πριν, ο «πατέρας» της ψυχανάλυσης υποστήριξε ότι ολόκληρη η κοινωνική συνοχή, βασίζεται στις λιβιδινικές σχέσεις και πως η φύση της λίμπιντο δεν περιορίζεται μόνο στη σεξουαλική πράξη. Επηρεάζει κάθε μορφή ανθρώπινης επαφής, συμπεριλαμβανομένης της φιλίας, της αγάπης για την οικογένεια ή του θαυμασμού ενός πολιτικού ή θρησκευτικού ηγέτη. Ο Φρόυντ δεν αναφέρεται μόνο στις προσωπικές σχέσεις ανάμεσα σε δύο, τρεις ανθρώπους ή τελοσπάντων όσους χωράνε σε ένα… κρεβάτι. Αντίθετα, θεωρεί πως η λίμπιντο ως ψυχική ενέργεια κινητοποιεί μεγάλες ομάδες ανθρώπων, όπως αυτές που αφορούν ένα στράτευμα για παράδειγμα ή το πλήθος που αυτοπροσδιορίζεται ως πιστό μιας θρησκείας.

Πλέον, η κυρίαρχη ομάδα που παρασύρεται στα δίχτυα της φροϋδικής λίμπιντο -με τη βοήθεια ντοπαμίνης που υπερπαράγεται με σύγχρονα μέσα- είναι οι ψηφιακοί καταναλωτές. Σε αυτή την κατηγορία συνεχώς αναβαθμιζόμενο ρόλο αποκτούν οι φίλαθλοι, ειδικά σε μία περίοδο που μία από τις κορυφαίες αθλητικές διοργανώσεις, το Παγκόσμιο Κύπελλο, βρίσκεται λίγες ώρες πριν την έναρξή του στα γήπεδα των ΗΠΑ, του Μεξικού και του Καναδά.

Προτού γίνει η σέντρα όμως, ο Φρόυντ -κατά κάποιον τρόπο- συναντά τον Λιονέλ Μέσι, τον Κριστιάνο Ρονάλντο, τον Ντόναλντ Τραμπ και τις πολιτικές του, τον Τζιάνι Ινφαντίνο και τα στελέχη της FIFA, την κοινωνία του σήμερα και τις ανθρώπινες σχέσεις του 21ου αιώνα. Και πάλι οι λιβιδινικές σχέσεις που εκείνος όρισε παραμένουν στο επίκεντρο, παρά το γεγονός ότι υπήρξε διανοητής την εποχή που ο καπιταλισμός είχε μόλις περάσει στη φάση της μονοπωλιακής του δράσης και τώρα βρισκόμαστε στην κοιλάδα με τις «παγίδες» του Νεοφιλελευθερισμού. Δηλαδή, ενός οικονομικού και πολιτικού δόγματος που υποστηρίζει την ελεύθερη αγορά (;), τη δραστική μείωση της κρατικής παρέμβασης και την ιδιωτικοποίηση δημόσιων αγαθών, προωθεί την ατομική πρωτοβουλία, θεωρώντας ότι ο ανταγωνισμός είναι ο καλύτερος μοχλός για την ανάπτυξη και την ευημερία της κοινωνίας. Την ίδια ώρα που στον απόλυτα συνδεδεμένο πλανήτη μας οι διεθνείς σχέσεις των κρατών καθορίζουν μέρος της ισχύς τους μέσα από τα σπορ.

Οι πέντε πυλώνες

Στο σώμα του σύγχρονου μετα-πανδημικού φιλάθλου, η λίμπιντο του Φρόυντ συνεργάζεται απόλυτα με τον έτσι κι αλλιώς βασικό νευροδιαβιβαστή της για να παράξει ντοπαμίνη. Μόνο που το κάνει σε μέρη και σε στιγμές που δεν θα έπρεπε. Όπως όταν ο φίλαθλος προσπαθεί να κλείσει on-line το εισιτήριό του για να δει αγώνες.

Η βιολογία, τα οικονομικά δεδομένα, η γεωγραφία και η πολιτική παίζουν τον ρόλο τους και όλα μαζί τοποθετούν το Παγκόσμιο Κύπελλο σε μία πλατφόρμα που παλαντζάρει πάνω σε πέντε πυλώνες, οι οποίοι ηλεκτροδοτούνται από τις προδιαγραφές του κόσμου στον οποίο ζούμε σήμερα. Και αφορούν στις πρακτικές πώλησης, την λογική πίσω από τους χορηγούς, τα ζητήματα ασφαλείας, την «ήπια ισχύ» και τις φιλοδοξίες.

Ι. Dynamic ticketing και οι εθισμοί της αγοράς

Σε έναν κόσμο που οι άνθρωποι είναι κολλημένοι στα smartphones, άσχετα με την ιδιότητάς τους, μία κατηγορία πληθυσμού αρχίζει, συνειδητά ή ασυνείδητα, να αντιλαμβάνεται τις «παγίδες» που υπάρχουν στη διαδρομή που βαδίζουν ως ψηφιακοί καταναλωτές. Πρόκειται για τους φιλάθλους, τους ποδοσφαιρόφιλους και αυτούς που πιστεύουν ότι το Παγκόσμιο Κύπελλο είναι η σπουδαιότερη διοργάνωση.

Η FIFA με τις αμφιλεγόμενες πρακτικές πώλησης των εισιτηρίων και το νέο ηλεκτρονικό σύστημα που προσαρμόζει τις τιμές σε πραγματικό χρόνο ανάλογα με τη ζήτηση, τους έμπλεξε στα δίχτυα μιας νεοφιλελεύθερης λογικής, αλλά αρκετούς τούς αφύπνησε κιόλας. Η δυναμική τιμολόγηση (dynamic ticketing) που έχει αφομοιωθεί στους μηχανισμούς της FIFA, βασίζεται στην αναλογία προσφοράς και ζήτησης, σε συνδυασμό με τους εξωτερικούς παράγοντες της αγοράς. Αντί για μια κεντρικά καθορισμένη και σταθερή τιμή, το κόστος ενός εισιτηρίου μεταβάλλεται κάθε ώρα, σύμφωνα με το ποσό που είναι διατεθειμένοι να πληρώσουν οι καταναλωτές τη συγκεκριμένη στιγμή.

Η πρακτική αυτή καθίσταται εφικτή χάρη στις ψηφιακές τεχνολογίες που συλλέγουν, επεξεργάζονται και αξιοποιούν δεδομένα, με αποτέλεσμα οι τιμές να καθορίζονται περισσότερο από τις δυνάμεις της αγοράς παρά από την ίδια τη FIFA. Η παγκόσμια ομοσπονδία ποδοσφαίρου και ο πρόεδρός της, Τζιάνι Ινφαντίνο, θεωρούν τη δυναμική τιμολόγηση μια σημαντική μεταρρύθμιση που θα αυξήσει τα έσοδα του παγκόσμιου ποδοσφαίρου. Πράγματι, εκτιμάται ότι περίπου το 30% από κάθε πώληση εισιτηρίου καταλήγει απευθείας στα ταμεία της FIFA, γεγονός που ενδέχεται να αποφέρει στην ομοσπονδία σχεδόν 3 δισεκατομμύρια δολάρια μόνο από αυτή την πηγή.

Το πρόβλημα είναι πως μέσα από αυτή τη διαδικασία η FIFA ωθεί τις τιμές προς τα πάνω, καθιστώντας τα εισιτήρια απρόσιτα για πολλούς φιλάθλους και μετατρέποντας τη σημαντικότερη ποδοσφαιρική διοργάνωση του πλανήτη σε ένα προϊόν δύο ταχυτήτων, προσανατολισμένο στους οικονομικά ισχυρότερους. Πλέον, το ποδόσφαιρο μοιάζει περισσότερο με ένα παιχνίδι των νεοφιλελεύθερων, παρά με εκείνο το άθλημα που και η ψυχή και το σώμα του ήταν αφιερωμένο στην εργατική τάξη.

Ο πρόεδρος της FIFA, Τζιάνι Ινφαντίνο και ο Ντόναλντ Τραμπ κρατούν μία τεράστια ρέπλικα εισιτηρίου του Παγκοσμίου Κυπέλλου / Πηγή: Chip Somodevilla / Getty Images
Ο πρόεδρος της FIFA, Τζιάνι Ινφαντίνο και ο Ντόναλντ Τραμπ κρατούν μία τεράστια ρέπλικα εισιτηρίου του Παγκοσμίου Κυπέλλου / Πηγή: Chip Somodevilla / Getty Images

ΙΙ. Η κρυφή πολιτική πίσω από τις χορηγίες

Το Παγκόσμιο Κύπελλο δεν είναι απλώς αγώνες, γκολ και στιγμές απόλαυσης. Όπως και τα brands που προωθούνται στο μεγάλο τουρνουά δεν είναι απλώς λογότυπα, ούτε αφορούν μόνο επιχειρηματικές συμφωνίες. Συνδέονται με ευρύτερα ζητήματα παγκόσμιου βεληνεκούς.

Όποια ομάδα κι αν σηκώσει το τρόπαιο του Παγκοσμίου Κυπέλλου στο τέλος του φετινού καλοκαιρινού τουρνουά, τα μετάλλια θα κρεμαστούν στους λαιμούς των πρωταγωνιστών από μια ομάδα αεροσυνοδών της Qatar Airways. Αυτό συνέβη ήδη το 2018 στη Ρωσία και επαναλήφθηκε το 2022 στη Ντόχα, χάρη στη συμφωνία παγκόσμιας συνεργασίας μεταξύ της FIFA και της αεροπορικής εταιρείας του Κόλπου.

Και κάπως έτσι, μπαίνει στην εξίσωση ένας ακόμα συντελεστής που κουβαλά εντός του αρκετή δόση… ειρωνείας στον χορηγικό χάρτη του Μουντιάλ.

Κατά την πρώτη του θητεία στην προεδρία των ΗΠΑ, ο Ντόναλντ Τραμπ επιχείρησε να περιορίσει την αυξανόμενη επιρροή της Qatar Airways, αλλά και των αεροπορικών εταιρειών των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων, Emirates και Etihad Airways. Η Qatar Airways, η οποία ανήκει στο κράτος του Κατάρ, έχει λάβει σημαντική οικονομική στήριξη από την κυβέρνηση των ΗΠΑ, μεταξύ άλλων και κατά τη διάρκεια της πανδημίας, όταν έλαβε πακέτο διάσωσης ύψους 2 δισεκατομμυρίων δολαρίων. Ο Τραμπ θεωρούσε ότι οι αεροπορικές εταιρείες του Αραβικού Κόλπου απολάμβαναν αθέμιτο ανταγωνιστικό πλεονέκτημα στις πτήσεις προς τις ΗΠΑ, γεγονός που τον οδήγησε στη λήψη μέτρων. Τελικά έβαλε νερό στην… σαμπάνια του και λίγο αργότερα επετεύχθη συμφωνία μεταξύ της αμερικανικής κυβέρνησης και των συγκεκριμένων αεροπορικών εταιρειών. Διότι, πέραν από τα κυβερνητικά σχήματα και τις επιρροές, στο Παγκόσμιο Κύπελλο υπάρχουν οι «φιλικοί εταίροι» που κανέναν δεν συμφέρει να ανατραπούν οι σχέσεις και οι συσχετισμοί. Ποιοι είναι αυτοί οι «φιλικοί εταίροι»;

Η FIFA οργάνωσε από νωρίς την ατζέντα της για το Παγκόσμιο Κύπελλο του 2026, που θα διεξαχθεί από τις 11 Ιουνίου έως τις 19 Ιουλίου σε 16 πόλεις, στο Μεξικό, στον Καναδά και στις ΗΠΑ. Στο πλαίσιο των εμπορικών συνεργασιών της, η παγκόσμια ομοσπονδία έχει αμέτρητες συμφωνίες-χορηγίες και επτά σημαντικούς εταιρικούς: τις αμερικάνικες Coca Cola και Visa, τη γερμανική Adidas, τη νοτιοκορεάτικη Hyundai/Kia, την πετρελαϊκή Aramco από τη Σαουδική Αραβία, την Qatar Airways από τον Κατάρ και την κινέζικη Lenovo.

Οι περισσότεροι εταίροι, όλοι εκτός από την Lenovo για την ακρίβεια, «κατάγονται» από… φιλικούς κύκλους της Κυβέρνησης Τραμπ και πληρώνουν ετησίως ο καθένας από 70 έως 100 εκατομμύρια δολάρια για να βρίσκονται στη λίστα των partners της FIFA. Παρεμπιπτόντως, στις 21 Ιανουαρίου του 2026 η Σαουδική Αραβία και το Κατάρ εντάχθηκαν στο Συμβούλιο Ειρήνης (Board of Peace) του Ντόναλντ Τραμπ.

ΙΙΙ. Ζητήματα ασφαλείας και ο φόβος για αντιδράσεις

Οι Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής αποτελούν τη μεγαλύτερη αθλητική αγορά στον κόσμο. Ειδικά το ενδιαφέρον τους για το ποδόσφαιρο ολοένα και μεγαλώνει, αν και πριν από μερικά χρόνια ήταν σχεδόν ανύπαρκτο. Ο συνδυασμός της δυναμικής των ΗΠΑ, με την σταθερότητα του Καναδά και το πάθος των Μεξικανών φιλάθλων, η διοργάνωση αγώνων σε πόλεις όπως η Νέα Υόρκη, το Τορόντο και η Γκουανταλαχάρα παρουσιαζόταν ως το ιδανικό αντίβαρο σε σχέση με τις αμφιλεγόμενες διοργανώσεις της Ρωσίας (2018) και του Κατάρ (2022). Ωστόσο, οι εξελίξεις των τελευταίων μηνών έχουν ανατρέψει πολλές από αυτές τις ισορροπίες.

Αν στον ποδόσφαιρο ένα ημίχρονο είναι αρκετό για να αλλάξουν τα πάντα στον αγώνα, στην περίπτωση του Παγκοσμίου Κυπέλλου του 2026, τέσσερις μήνες ήταν υπεραρκετοί για να μετατραπεί η προετοιμασία της διοργάνωσης σε πεδίο πολιτικών και κοινωνικών εντάσεων.

Ανησυχίες έχουν εκφραστεί σχετικά με τις μεταναστευτικές πολιτικές των ΗΠΑ και τον ρόλο της υπηρεσίας ICE κατά τη διάρκεια του Μουντιάλ. Μέχρι στιγμής έχουν υπάρξει περιστατικά που ενισχύουν τον φόβο των φιλάθλων και των τουριστών και θα μπορούσαν να εμφανιστούν εντονότερα προβλήματα κατά τη διάρκεια του τουρνουά. Παράλληλα, ερωτήματα υπάρχουν και για το πόσο εύκολη θα είναι η μετακίνηση φιλάθλων, αξιωματούχων και δημοσιογράφων μεταξύ Μεξικού, Καναδά και Ηνωμένων Πολιτειών.

Η ασφάλεια αποτελεί επίσης κομβικό ζήτημα. Η βία που συνδέεται με τα καρτέλ ναρκωτικών στο Μεξικό, αλλά και οι διεθνείς εντάσεις στη Μέση Ανατολή, έχουν προσθέσει νέους παράγοντες αβεβαιότητας. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον συγκεντρώνει η συμμετοχή του Ιράν, καθώς οι αγώνες της εθνικής ομάδας έχουν προγραμματιστεί να διεξαχθούν στις ΗΠΑ, σε μια περίοδο έντονης γεωπολιτικής αντιπαράθεσης. Ταυτόχρονα, η διεθνής εικόνα των Ηνωμένων Πολιτειών φαίνεται να έχει επηρεαστεί από τις εξωτερικές πολιτικές επιλογές της κυβέρνησης του Ντόναλντ Τραμπ, γεγονός που δημιουργεί επιπλέον προκλήσεις για τη διοργάνωση.

Δεν αποκλείεται το Μουντιάλ να αποτελέσει και πεδίο πολιτικών διαμαρτυριών. Στη Γαλλία έχουν ήδη καταγραφεί φωνές που ζητούν μποϊκοτάζ της διοργάνωσης, ενώ σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες οργανώσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων καλούν φιλάθλους και χορηγούς να ασκήσουν πίεση για ζητήματα που αφορούν τις ελευθερίες και τις μεταναστευτικές πολιτικές των ΗΠΑ. Η εμπειρία από το Μουντιάλ του 2022 στο Κατάρ έδειξε ότι οι αθλητές δεν διστάζουν να χρησιμοποιήσουν τη διεθνή προβολή της διοργάνωσης για να εκφράσουν πολιτικές ή κοινωνικές θέσεις. Είναι πιθανό αντίστοιχα φαινόμενα να εμφανιστούν και το 2026.

Άλλωστε, μέσα σε αυτό το σύνθετο πλέγμα πολιτικών, γεωπολιτικών, οικονομικών και εμπορικών συμφερόντων, το ποδόσφαιρο ως σπορ κινδυνεύει να περάσει σε δεύτερη μοίρα. Παρότι η FIFA παραμένει αισιόδοξη και εκτιμά ότι τα έσοδα της διοργάνωσης θα ξεπεράσουν τα 8 δισεκατομμύρια δολάρια, το Παγκόσμιο Κύπελλο του 2026 διαμορφώνεται ήδη ως μία από τις πιο περίπλοκες και πολιτικά φορτισμένες διοργανώσεις στην ιστορία του θεσμού.

IV. Τα soft powers των ΗΠΑ

Ο όρος εισήλθε από τον πολιτικό επιστήμονα Τζόσεφ Νίε, ο οποίος δημιούργησε (μαζί με τον Ρόμπερτ Κέοχαν) τη θεωρία των διεθνών σχέσεων του νεοφιλελευθερισμού. Τα «soft powers» διατυπώθηκαν για πρώτη φορά από το στόμα του τη δεκαετία του ‘90.

Πρόκειται για μία έννοια που μεταφράζεται ως «ήπια ισχύς» και περιγράφει την ικανότητα μιας χώρας να επηρεάζει άλλες χώρες, κοινωνίες ή λαούς όχι μέσω στρατιωτικής ή οικονομικής πίεσης, αλλά μέσω της ελκυστικότητας του πολιτισμού, των αξιών, της διπλωματίας και της διεθνούς εικόνας της. Ο αθλητισμός παίζει μεγάλο ρόλο στα soft powers.

Οι ΗΠΑ αποτελούσαν επί δεκαετίες μία από τις μεγαλύτερες δυνάμεις «ήπιας ισχύος» στον κόσμο, καταλαμβάνοντας συχνά τις κορυφαίες θέσεις στις διεθνείς αξιολογήσεις επιρροής. Σύμφωνα με τον Δείκτη Παγκόσμιας Ήπιας Ισχύος 2026 της «Brand Finance», εξακολουθούν να διαθέτουν ασυναγώνιστη αναγνωρισιμότητα και επιρροή, στηριζόμενες σε παραδοσιακά πλεονεκτήματα όπως η ποπ κουλτούρα, η τεχνολογική καινοτομία και η διαστημική εξερεύνηση. Η υπεροχή αυτή επεκτείνεται και στον αθλητισμό.

Έρευνες του γαλλικού think tank «Publika» το 2025 και του Πολωνικού Ινστιτούτου Αθλητικής Διπλωματίας το 2026 κατέταξαν τις Ηνωμένες Πολιτείες στην πρώτη θέση παγκοσμίως ως αθλητική δύναμη, λαμβάνοντας υπόψη παράγοντες όπως η επιτυχημένη διοργάνωση μεγάλων αθλητικών γεγονότων, η διεθνής επιρροή των αθλητών και η ανάπτυξη της αθλητικής βιομηχανίας.

Οι λόγοι είναι προφανείς. Στη λίστα των 50 πιο εμπορικά ελκυστικών αθλητών παγκοσμίως, 17 είναι Αμερικανοί. Αυτή ακριβώς η ελκυστικότητα αποτελεί την ουσία της ήπιας ισχύος. Περιγράφει με όρους δυναμικής τη δυνατότητα μιας χώρας να επηρεάζει άλλους όχι μέσω πίεσης ή εξαναγκασμού, αλλά μέσω της γοητείας, της αξιοπιστίας και της θετικής εικόνας ενός αθλητή, ενός επιστήμονα ή ενός καλλιτέχνη.

Παρότι η έννοια της ήπιας ισχύος θεωρείται από ορισμένους δύσκολο να μετρηθεί, έχει απτές οικονομικές και πολιτικές συνέπειες. Επηρεάζει τις διεθνείς σχέσεις, τις επενδύσεις, τις εμπορικές συνεργασίες, τις πωλήσεις προϊόντων, τα τηλεοπτικά δικαιώματα και τη συνολική εμπορική αξία ενός αθλητικού γεγονότος. Ωστόσο, οι πρώτες ρωγμές στην αμερικανική επιρροή έχουν αρχίσει να γίνονται εμφανείς.Η έκθεση της Brand Finance για το 2026 επισημαίνει ότι κατά τη διάρκεια των τελευταίων 12 μηνών οι Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής κατέγραψαν τη μεγαλύτερη πτώση στη λίστα με τα soft powers από οποιαδήποτε άλλη χώρα στον κόσμο. Παράλληλα, στη σχετική κατάταξη της «Portland Communications» οι ΗΠΑ βρίσκονται πλέον πίσω από το Ηνωμένο Βασίλειο και τη Γερμανία, ενώ η Γαλλία ετοιμάζεται για την… προσπέραση.

Θεωρητικά, η φιλοξενία του Παγκοσμίου Κυπέλλου θα μπορούσε να λειτουργήσει ως σημαντική ευκαιρία ενίσχυσης της διεθνούς εικόνας της χώρας. Άλλωστε, πολλές μελέτες για τη δημόσια διπλωματία υπογραμμίζουν ότι οι μεγάλες αθλητικές διοργανώσεις συμβάλλουν στην αναβάθμιση του κύρους των κρατών που τις φιλοξενούν. Ωστόσο, κάτι τέτοιο μόνο δεδομένο δεν θεωρείται στην περίπτωση μιας χώρας που εμπλέκεται ποικιλοτρόπως και με αρνητικά πρόσημα στην παγκόσμια πολιτική και γεωπολιτική σκηνή.

Ο πρίγκιπας Μοχάμεντ μπιν Σαλμάν κατά τη διάρκεια της συνάντησής του με τον Ντόναλντ Τραμπ στο Ριάντ στις 13 Μαϊου 2025 / Πηγή: Win McNamee / Getty Images
Ο πρίγκιπας Μοχάμεντ μπιν Σαλμάν κατά τη διάρκεια της συνάντησής του με τον Ντόναλντ Τραμπ στο Ριάντ στις 13 Μαϊου 2025 / Πηγή: Win McNamee / Getty Images

V. Ο ρόλος της Κίνας, οι φιλοδοξίες και τα τηλεοπτικά δικαιώματα

Η FIFA αντιμετωπίσε για μήνες μεγάλες δυσκολίες στην πώληση των τηλεοπτικών δικαιωμάτων του Παγκοσμίου Κυπέλλου 2026, ειδικά στις κομβικές αγορές της Κίνας και της Ινδίας. Δύο χώρες που μαζί έχουν πληθυσμό περίπου 2,8 δισεκατομμύρια!

Τελικά, ο κρατικός τηλεοπτικός φορέας της Κίνας, China Central Television (CCTV), που παραδοσιακά μεταδίδει το Μουντιάλ, αφού πρώτα διαπραγματεύτηκε σκληρά με τη FIFA για το ύψος της συμφωνίας, τελικά εξασφάλισε την προβολή των αγώνων μέσω της συχνότητάς του. Η Ινδία επίσης έριξε την προσφορά και τα οικονομικά δεδομένα.

Η FIFA είχε ορίσει έναν τιμοκατάλογο που ξεκινούσε από τα 60 εκατομμύρια δολάρια και σε κάποιες περιπτώσεις έφθανε τα 100 εκατομμύρια. Επίσημα στοιχεία δεν έχουν ανακοινωθεί, αλλά η ινδική πλατφόρμα «Unite8 Sports» φέρεται πως στην τελική προσφορά της (που εγκρίθηκε) προσέφερε κάτι περισσότερο από 20 εκατομμύρια. Δηλαδή, το 1/4 των αρχικών μίνιμουμ απαιτήσεων.

Αξιωματούχοι της ομοσπονδίας, υποστηρίξαν ότι η απουσία του Μουντιάλ από την κινεζική τηλεόραση δεν θα έχει ιδιαίτερη σημασία, καθώς η χώρα δεν θεωρείται παραδοσιακή ποδοσφαιρική δύναμη. Η πραγματικότητα όμως είναι πιο σύνθετη.

Η μοναδική συμμετοχή της εθνικής ανδρών της Κίνας σε Παγκόσμιο Κύπελλο καταγράφηκε το 2002, όταν αποκλείστηκε στη φάση των ομίλων χωρίς να καταφέρει να κερδίσει ούτε έναν βαθμό. Το υψηλότερο σημείο της χώρας στην παγκόσμια κατάταξη της FIFA ήταν η 37η θέση του 1998, ενώ σήμερα βρίσκεται εκτός της πρώτης δεκάδας των ασιατικών εθνικών ομάδων.

Πριν από περίπου μία δεκαετία, η κινεζική κυβέρνηση ξεκίνησε ένα φιλόδοξο σχέδιο ανάπτυξης του ποδοσφαίρου. Ο πρόεδρος Σι Τζινπίνγκ είχε δηλώσει ότι η χώρα θα μπορούσε έως το 2050 να εξελιχθεί σε μία από τις κορυφαίες ποδοσφαιρικές δυνάμεις του κόσμου και να διοργανώνει μεγάλα τουρνουά. Ακόμη και στις αρχές του 2020, εν μέσω της πανδημίας, υπήρχαν προσδοκίες ότι η Κίνα θα μπορούσε να φιλοξενήσει το Μουντιάλ του 2030, ενώ είχε ανακοινωθεί η κατασκευή ενός γιγαντιαίου ποδοσφαιρικού γηπέδου στην πόλη Γκουανγκζού.

Ωστόσο, η ποδοσφαιρική «επανάσταση» που οραματιζόταν το Πεκίνο συνάντησε εμπόδια. Η πανδημία, οι γεωπολιτικές αναταράξεις, αλλά και τα διοικητικά προβλήματα στο εγχώριο ποδόσφαιρο επιβράδυναν σημαντικά την πρόοδο. Για αρκετούς παρατηρητές, αυτό δημιούργησε την εντύπωση ότι η Κίνα έχασε το ενδιαφέρον της για το ποδόσφαιρο. Τα στοιχεία όμως δείχνουν το αντίθετο.

Στο Παγκόσμιο Κύπελλο του 2018 στη Ρωσία, περίπου 60.000 Κινέζοι ταξίδεψαν για να παρακολουθήσουν τους αγώνες από κοντά. Ο αριθμός αυτός ήταν τετραπλάσιος από τους περίπου 15.000 Άγγλους φιλάθλους που βρέθηκαν στη διοργάνωση για να στηρίξουν την εθνική ομάδα της χώρας τους. Παρά τους αυστηρούς περιορισμούς της πανδημίας, εκτιμάται ότι περίπου 7.000 Κινέζοι φίλαθλοι ταξίδεψαν στο Κατάρ για το Μουντιάλ του 2022.

Παράλληλα, πολλοί αναλυτές εκτιμούν ότι στην Κίνα υπάρχουν έως και 300 εκατομμύρια φίλαθλοι του ποδοσφαίρου, ενώ περίπου 36 εκατομμύρια χαρακτηρίζονται ως ιδιαίτερα αφοσιωμένοι υποστηρικτές του αθλήματος. Επιπλέον, υπολογίζεται ότι περίπου 510 εκατομμύρια άνθρωποι στην Κίνα παρακολούθησαν το Μουντιάλ του 2022 μέσω της τηλεόρασης ή των ψηφιακών πλατφορμών.

Αν και η εθνική ομάδα της Κίνας θα απουσιάζει από το Μουντιάλ του 2026, η χώρα θα έχει ισχυρή παρουσία μέσω του επιχειρηματικού τομέα. Οι κινεζικές εταιρείες αποτελούν τη δεύτερη μεγαλύτερη ομάδα χορηγών της FIFA μετά τις αμερικανικές επιχειρήσεις.

Παραμένει άγνωστο πόσοι Κινέζοι φίλαθλοι θα ταξιδέψουν στις ΗΠΑ, τον Καναδά και το Μεξικό για να παρακολουθήσουν τους αγώνες από κοντά. Ωστόσο, είναι βέβαιο ότι πολλοί θα θελήσουν να ζήσουν με κάποιον τρόπο τη μεγαλύτερη ποδοσφαιρική γιορτή του κόσμου. Είτε μέσω τηλεόρασης, είτε μέσω διαδικτύου, είτε από τις εξέδρες των γηπέδων, η Κίνα αναμένεται να παρακολουθήσει στενά το Μουντιάλ του 2026. Όπως θα το παρακολουθήσουν και πάνω από 200 χώρες σε Ευρώπη, Αμερική, Ασία και Μέση Ανατολή.

Μόνο τα τηλεοπτικά δίκτυα των ΗΠΑ (και κυρίως το Fox) έχουν επενδύσει πάνω από ένα δισεκατομμύριο δολάρια στο Παγκόσμιο Κύπελλο που συνδιοργανώνεται από τη χώρα τους, ενώ στο Ηνωμένο Βασίλειο μέσω του BBC έχουν τοποθετηθεί στο τραπέζι σχεδόν 200 εκατομμύρια λίρες για το τουρνουά του 2026 και του 2030 που θα γίνει στην Ισπανία, Πορτογαλία και το Μαρόκο.

Για την Ισπανία το Deal με τη FIFA ήταν στα 60 εκατομμύρια δολάρια, σχεδόν διπλάσια απ’ όσα έδωσαν οι Γάλλοι, ενώ στην Ελλάδα οι αγώνες θα προβληθούν μέσω της ΕΡΤ.

Καλή θέαση…

Μην χάνεις είδηση. Βάλε το στην Google

Πρόσθεσε το ATHLETIKO στην Google