Borba Bre!

Ο Θανάσης Ασπρούλιας δοκιμάζει να γράψει πέντε κουβέντες για έναν άνθρωπο, του οποίου η ζωή δε χωρά, ούτε σε όλα τα βιβλία της σπάνιας συλλογής που είχε. Džaba vam sinovci Ντούλε Βουγιόσεβιτς

Borba Bre!

Λίγα βήματα μακριά, μόλις τρία λεπτά περπάτημα, από το μουσείο του Νικόλα Τέσλα υπάρχει η χαριτωμένη οδός Νιεγκόσεβα. Σημείο αναφοράς της εμβληματικής βελιγραδιώτικης συνοικίας του Βράτσαρ, μα (το πιο) posh επίκεντρο της Σερβικής μοντέρνας κομψότητας. Στη μία πλευρά της, σε μία μακρά συστοιχία, πλατάνια και βελανιδιές ρίχνουν τη σκιά τους, σαν να υψώνουν χλωρoφυλλικά τείχη, στα δεκάδες καταστήματα εστίασης που ξεφύτρωσαν εκεί τα τελευταία χρόνια. Καταφύγιο αθλητών, καλλιτεχνών, ηθοποιών, προπονητών. 

Στο νοτιότερο κομμάτι της Νιεγκόσεβα, το εσωτερικό γωνιακό τραπέζι του Bistro Duvin, ήταν σχεδόν πάντα ρεζερβέ… Η σπάνια συλλογή κρασιών στο Duvin ήταν απλά μία κλωστή που θα συνέδεε εκείνον με τους συνδαιτημόνες του. Ο Ντούλε ποτέ δεν έπινε. Όχι περισσότερο απ’οσο έπρεπε. Ενα ποτήρι ήταν πάντα αρκετό. Στον κόσμο τούτο είναι εξαιρετικά αμφίβολο να στέκεται άνθρωπος που να τον είδε ποτέ μεθυσμένο. Λάτρευε την παρέα όμως. Και η (εκάστοτε) παρέα του, λάτρευε αυτόν. Να τον ακούει. Σε αυτό το γωνιακό τραπέζι, αν του έλειψε κάτι από τα ελάχιστα όνειρα που δεν κατέκτησε στη ζωή του, ήταν να συναντήσει στο απέναντι κάθισμα, τον Γιόχας Βόλφανγκ φορ Γκαίτε, ή της Χάνα Αρεντ. Να μιλήσει και να διδαχθεί για την τέχνη και τη φύση με τον πρώτο… Για το δόγμα της δύναμης που έχει η σωστή επικοινωνία με τη δεύτερη.

Όχι, δεν του ταίριαζε η Νιεγκόσεβα. Είχε γίνει σε πολύ posh για τα γούστα του. Αλλά τότε που πήρε την απόφαση να μετακινηθεί από την παρακείμενη Kneza MIlosa, το δεντροφυτεμένο μονοπάτι της Νιεγκόσεβα έμοιαζε με ησυχαστήριο. Ζούσε στην καρδιά του ιστορικού Βράτσαρ. 

Ντούσκο Βουγιόσεβιτς, ένας διανοούμενος με πάθος το μπάσκετ
Ντούσκο Βουγιόσεβιτς, ένας διανοούμενος με πάθος το μπάσκετ

Ελάχιστα μέτρα πιο πέρα, ακριβώς απέναντι από το Bistrot Duvin, σε ένα ρετιρέ, είχε διαμορφώσει τον δικό του παράδεισο. Ένα διαμέρισμα αρκετών τετραγωνικών μέτρων, ένα αυτοσχέδιο ιδιωτικό Μουσείο Σερβικής παραδοσιακής και μοντέρνας Τέχνης. 

Ο Ντούλε Βουγιόσεβιτς έφυγε στα 68 χρόνια του. Η μεταμόσχευση νεφρού στην οποία υποβλήθηκε πριν από δύο χρόνια στη Λευκορωσία είχε επιπλοκές. Σχεδόν από την αρχή. Και δεν άντεξε, σε συνδυασμό με το ζάχαρο που τον ταλαιπωρούσε. 

Έφυγε, αλλά θα είναι για πάντα εκεί. Οχι ως ένας προπονητής που αγαπούσε την τέχνη. Αλλά ως ένας διανοούμενος, ένας μελετητής της ανθρώπινης ύπαρξης και συμπεριφοράς, ένας φύσει κοινωνιολογικός διδάσκαλος, που είχε ένα πολύ μεγάλο πάθος: Το μπάσκετ. 

Το 2010, ως κόουτς της Παρτίζαν, σε μία συνέντευξή του στο GOAL, μου είχε πει μία από τις γενναιότερες κουβέντες που άκουσα ποτέ: “Μετά από τόσα χρόνια καριέρας αισθάνομαι ότι λειτουργώ καλύτερα στη Σερβία. Μάλλον είμαι σαν ένα φυτό που ευδοκιμεί μόνο στο Βελιγράδι”. 

Δε φοβήθηκε ποτέ να αντικρίσει την αλήθεια κατάματα. Ούτε καν, όταν με μία δημόσια παραδοχή, κατέστησε γνωστό ότι βρίσκεται σε αναζήτηση νεφρού για να σώσει την υγεία του. Δεν έκανε έκκληση. Γνωστοποίησε. 

Όπως έγραψε και ο καταπληκτικός Σέρβος δημοσιογράφος, MIlun Nesovic στη Merridian χθες, ανήμερα του θανάτου του… “Τριγυρνούσε στην κατακόκκινη Χαλα Πιόνιρ (σ.σ. κοινή έδρα Παρτίζαν και Ερυθρού Αστέρα) σαν να έκανε παραλιακό περίπατο στο Χέρτσεγκ Νόβι. Το χαμόγελό του εκείνη τη στιγμή δεν συγκρινόταν με τίποτα άλλο. Σαν να μην υπήρχε φόβος. Και τι φόβος να υπάρξει, όταν σε ηλικία μόλις 27 ετών, το 1986, ανέλαβε ως πρώτος προπονητής την Παρτίζαν μία από τις πιο ταλαντούχες ομάδες όλων των εποχών. Με τον Βλάντε Ντίβατς, τον Ζάρκο Πάσπαλι, τον Ζέλικο Ομπράντοβιτς, τον Σάσα Τζόρτζεβιτς, τον Γκόραν Γκρμποβιτς και τόσους άλλους.

(Εδώ βλέπετε πως αποχαιρέτησε τον Ντούλε, ο γιος του περίφημου Ντέγιαν Μιλόγεβιτς, του σπουδαίου παίκτη της Παρτιζάν, που "έφυγε" πριν μερικούς μήνες από ξαφνική ανακοπή καρδιάς)

Την οδήγησε στο Πρωτάθλημα της (ενωμένης τότε) Γιουγκοσλαβίας την ίδια σεζόν, όπου συμμετείχαν ομαδάρες και πρωταθλητές Ευρώπης (Τσιμπόνα, Γιουγκοπλάστικα κοκ), στη συμμετοχή σε Φάιναλ Φορ (στη Γάνδη μαζί με τον Άρη  το 1988), και στην κατάκτηση του Κυπέλλου Κόρατς το 1987”. 

Ποιος φόβος; 

Ποιος φόβος να υπάρχει όταν οι μισητοί αντίπαλοι είχαν μηχανοδηγό τα χρήματα, και ο ίδιος επέμενε στα νιάτα και το ταλέντο; 

Dzaba vam Novci, moj Sinovci, έτσι δεν είναι Ντούλε;

Ένα βράδυ, πριν πολλά χρόνια, το 2002, ο θρυλικός Σέρβος τραγουδιστής Τζόρτζε Μπαλάσεβιτς, βρισκόταν επί σκηνής. Ήταν μόλις 1-2 χρόνια μετά τους καταστροφικούς βομβαρδισμούς του Βελιγραδίου, όταν η (τότε) Γιουγκοσλαβία βρισκόταν σε διαδικασία μετάβασης μετά την πτώση του Σλόμπονταν Μιλόσεβιτς. 

“Θέλω να αφιερώσω αυτό το τραγούδι σε κάποιον που βρίσκεται ανάμεσα στο κοινό. Θέλω να σας πω ότι στην αρχή με ενοχλούσε λίγο ο τρόπος του. Πιθανώς αυτό προέρχεται από το γεγονός ότι κατάγομαι από την Βοϊβοντίνα και, εκεί, τα χρώματα των ομάδων μας δεν συνοδεύονται από το μαύρο (της Παρτίζαν). Από τότε πολλά άλλαξαν όμως. Ο άνθρωπος αυτός είναι ένας αληθινός Βελιγραδιώτης, που κατέκτησε τα πάντα. Είναι ξεροκέφαλος; Με τεράστια αυτοπεποίθηση; Είναι! Με ρωτούν ποιος είναι ο τρόπος για να βγούμε από την κατάσταση που ζούμε… Και η απάντηση μου είναι αυτή: Δώστε μου 10 χιλιάδες Ντούσκο Βουγιόσεβιτς και θα σώσω αυτή τη χώρα…

Άϊντε… Για σένα Ντούλε… Dzaba vam Novci, moj sinovci”

Που σε ελεύθερη μετάφραση σημαίνει: “Τα χρήματα δεν έχουν καμία αξία, ανήψια μου”

Και τραγούδησε το Boza Zveni Pub, που περιγράφει τη ζωή του Μπόζα, ενός μικροαστού τζογαδόρου που ήταν καλλιτέχνης στο πόκερ και νικούσε βαθύπλουτους αντιπάλους. Χωρίς να χάσει ποτέ. 

Dzaba vam Novci, moj sinovci, απάντησε και ο Ντούλε σε κάποιες συνεντεύξεις του, ειδικά μετά από αγώνες εναντίον του Ερυθρού Αστέρα. 

“Τα χρήματα σας δεν έχουν καμία αξία” είναι σαν να τους έλεγε. Στα μούτρα. 

Βέβαια, όταν το 1991 η Παρτίζαν του έδειξε την έξοδο, αυτός δεν έχασε την ευκαιρία. Για μία σεζόν εργάστηκε στον αιώνιο εχθρό, τον Ερυθρό Αστέρα… Αμέσως μετά. 

Χρόνια αργότερα, σε μία συνέντευξη του είπε: “Όταν πήγα εκεί, το μόνο που ήθελα ήταν να νικήσω την Παρτίζαν. Το μόνο που σκεφτόμουν ήταν η εκδίκηση. Δεν ήμουν ενθουσιασμένος με τις επιτυχίες της Παρτίζαν τότε. Έτσι νιώθει ένας προπονητής όταν τον διώχνουν από μία ομάδα. Μου λένε πια ότι είμαι οπαδός του Ερυθρού Αστέρα. Ποτέ δεν ισχυρίστηκα κάτι τέτοιο. Αγαπώ την Παρτίζαν. Όταν δουλεύω όμως σε μία ομάδα, την αγαπώ περισσότερο από κάθε άλλη. Και ήθελα να κερδίσω την Παρτίζαν, όσο κανείς”. 

Στην λατρεμένη του, έκανε τέσσερις θητείες. Από το 1987 μέχρι το 1989, τη σεζόν 1990-91, την εκπληκτική περίοδο 2001-2010, όταν κατάφερε να επαναφέρει τους Γκρόμπαρι στο προσκήνιο και με μία ομάδα ελάχιστων εκατομυρίων, κατάφερε να φτάσει μέχρι το Φάιναλ Φορ του Παρισιού το 2010. Και τέλος την περίοδο 2012-2015, που έκλεισε με οδυνηρό τρόπο, αντεγκλήσεις, χρέη, δικαστήρια. Εκείνη την ημέρα, ένα κομμάτι σάρκας του Βουγιόσεβιτς ξεριζώθηκε. Η Παρτίζαν είχε κηρύξει ανεπιθύμητο τον άνθρωπο που ουσιαστικά έχτισε την τροπαιοθήκη της. Μόνο όταν στον πάγκο επέστρεψε ο Ζέλικο Ομπράντοβιτς ο Βουγιόσεβιτς επέστρεψε σε μία πιο συστηματική  βάση στη θέση του, στα επίσημα της Πιονίρ, ή της Μπεογκράτσκα Αρίνα. Μέχρι τότε απείχε. Η Παρτίζαν, χωρίς τον Ντούλε τριγύρω, ήταν ένας οργανισμός χώρος προορισμό και κατεύθυνση, αφού για χρόνια είχε διαγράψει και αποκληρώσει το ίδιο το παρελθόν της. 

“Νομίζω ότι η Παρτίζαν μου λείπει περισσότερο απ’όσο μου λείπει η Παρτίζαν. Έζησα εκεί τόσες χαρές, που κάποιος άλλος δε θα νιώσει ούτε σε 5 ζωές”. 

Ο Βουγιόσεβιτς όμως, δεν ήτα απλά ένας “Γκρόμπαρι”, ένας πιστός υπηρέτης της Παρτίζαν. Ήταν ένας αληθινός φιλόσοφος και κοινωνιολόγος, που είχε δημιουργήσει γύρω του μία αύρα αυθεντίας με μία δική του ανθρωπιστική μεθοδολογία. 

Όπως έγραψε και ο Δημήτρης Καραμάνης στο Pick N’ Popa, ο Γιαν Βέσελι, όταν αμούστακο και άγνωστο τον έφερε ο Ντούλε στο Βελιγράδι μελετούσε… “Ακόμα πιο έντονα τη σέρβικη γλώσσα για να μπορώ να διαβάζω τα βιβλία που μου έδινε ο κόουτς”. 

Το μέγεθος της βιβλιοθήκης του έχει πάρει διαστάσεις αστικού μύθου πια… Ποτέ δεν έμαθε κανείς, πόσες χιλιάδες βιβλία είχε στη συλλογή του. Άλλοι λένε 5 χιλιάδες. Άλλοι μιλούν για 10 χιλιάδες, άλλοι για 20 χιλιάδες. Το μόνο σίγουρο είναι ότι πολλά από αυτά τα βιβλία ήταν η δική του ματιά στο ξέφωτο των αξιών της ζωής. Τα έδινε στους παίκτες του να διαβάσουν. Και όταν τα επέστρεφαν τους έκανε ερωτήσεις για να διαπιστώσει τι κατάλαβαν, τι διδάχτηκαν. Κι αν είχαν κοροϊδέψει, η τιμωρία θα ήταν βαριά. 

Στο αντίο του, ο Μπόγκνταν Μπογκντάνοβιτς, ένας από τους παίκτες που άνθισαν στα χέρια του, όταν οι υπόλοιποι προπονητές δεν αφιέρωναν τον χρόνο τους,   έγραψε στον σοσιαλικό επικήδειό του, ότι του έδινε εισιτήρια για θεατρικές παραστάσεις και προτάσεις για ταινίες του κινηματογράφου. 

“Δεν αγοράζουμε παίκτες εμείς. Εμείς τους φτιάχνουμε” έλεγε πολύ συχνά με την πιο αγαπημένη έκφρασή του να συμπυκνώνεται στις ακόλουθες λιγοστές λέξεις

“Αν είναι τριαντάφυλλα, θα ανθίσουν”

Με αυτές τις λέξεις τον αποχαιρέτησαν και οι φοιτητές των Μπλόκων στους δρόμους της σερβικής πρωτεύουσας, που ακούραστα, καθημερινά διαδηλώνουν τα τελευταία δύο χρόνια, εναντίον του Προέδρου. Βούτσιτς, ζητώντας δικαιοσύνη και κάθαρση για το ατύχημα που στέρησε 16 ζωές στο σιδηροδρομικό σταθμό του Νόβι Σαντ. 

Ο Ντούλε Βουγιόσεβιτς, σε μία περίοδο άκρατου διχασμού της σερβικής κοινωνίας και σκληρού καθεστωτισμού, η υποστήριξη των Σπουδαστών, του πιο ισχυρού πυλώνα των διαδηλώσεων, σε μία χώρα που μόνο ψιθυριστά μπορεί να ταχθεί εναντίον του κυβερνητικού σχηματισμού, δεν ήταν μία πράξη αλληλεγγύης. Ήταν μία γενναία πράξη σχεδόν ηρωικού δημοκρατισμού. Ήταν πολιτική και κοινωνιολογική τοποθέτηση. Η δική του αντίσταση. Έτσι κι αλλιώς κατηγορούσε τον Βούτσιτς από το 2015, όταν και απολύθηκε από την Παρτίζαν, ως τον απόλυτο υπαίτιο. Ουδέποτε αποδέχτηκε τις κυβερνητικές πρακτικές. Και το φώναζε. 

“Αν είναι τριαντάφυλλα, θα ανθίσουν”… Το έλεγε για τους παίκτες του, για τις ομάδες του, για τα πάντα που αφορούσαν στη ζωή. Δεν ανέπτυσσε παίκτες… Καλλιεργούσε ανθρώπους… “Έχω διαβάσει αμέτρητα βιβλία εξαιτίας του Ντούλε” είπε σε μία συνέντευξη του ο Μπόγκνταν Μπογκντάνοβιτς. Ο πιο αγαπημένος και ο πιο σκιερός πρωταγωνιστής της ζωής του Ντούλε Βουγιόσεβιτς… 

Η σκηνή που τον άρπαξε από το λαιμό το 2014, δε θα ξεχαστεί ποτέ δε θα ξεχαστεί ποτέ… Αργότερα, στη συνέντευξη Τύπου ο κόουτς της Παρτίζαν επιχείρησε να εκφράσει το δίκαιο της πράξης του… “Ήταν μία κίνηση εκ μέρους μου για να τον επαναφέρω. Είχε πολύ έντονα συναισθήματα εκείνη τη στιγμή. Μετανιώνω που το έκανα δημόσια, αλλά έπρεπε να τον ηρεμήσω” είπε… Οι επιθέσεις που δέχτηκε δεν είχαν προηγούμενο. Δικαίως. 

Ήταν η εποχή που ο Σέρβος κόουτς αποτελούσε την ύπατη αρχή της Παρτίζαν σε ένα περιβάλλον όπου ήλεγχε τα πάντα με έναν σχεδόν ολοκληρωτικό τρόπο. Από το αγωνιστικό, μέχρι την επικοινωνία και την ταξιθεσία. Δε συνέβαινε τίποτα χωρίς την έγκριση του. 

Ήταν η εποχή που (κι αυτό κυκλοφορεί ως βιωματικό ανέκδοτο) παραμονές Χριστουγέννων, σε μία εκδήλωση ο Βουγιόσεβιτς χαιρέτισε λέγοντας κατά λάθος “Καλό Πάσχα”. Αυτοί που τον άκουσαν, χαμογέλασαν αλλά είπαν: “Για να λέει ο Ντούλε ότι είναι Πάσχα, τότε είναι Πάσχα”. 

Μία μέρα μετά το επεισόδιο με τον Μπογκντάνοβιτς, ένας γενναίος Σέρβος δημοσιογράφος κάλεσε τον οργανισμό, χωρίς φυσικά να έχει την παραμικρή ελπίδα ότι θα αποσπάσει θετική απάντηση. Το αίτημά του ξεπερνούσε τα όρια του θράσους… “Θα ήθελα άδεια, να καλέσω τον Μπόγκνταν για μία δήλωση” είπε στη Σόνια, την υπεύθυνη επικοινωνίας της Παρτίζαν… Δεν του είπε: “Είσαι τρελός Μπράτε, ξέρεις τι ζητάς;”. Αλλά το εννόησε με τον τρόπο της.

Λίγα λεπτά αργότερα, ο Σέρβος δημοσιογράφος έλαβε μία κλήση στο κινητό του: 

“Μπορείς να το κάνεις”. Ούτε η ίδια η Σόνια δε πίστευε ότι ο Ντούλε είχε δώσει την άδειά του για αυτό. 

Αλλά αυτός ήταν ο Ντούλε Βουγιόσεβιτς. 

Εντούτοις, η σχέση του με τον Μπογκντάνοβιτς ίσως να ήταν η πιο θλιβερή σκιά στη ζωή του. 

“Τότε τον κοιτούσα σαν παιδί. Με απογοήτευσε λίγο η αντίδραση του. Είχα πολύ σπουδαία σχέση μαζί του. Ήμουν ανέκαθεν ευγνώμων για όσα μου πρόσφερε και όσα έκανε για την καριέρα μου. Δεν ήταν όμως μία πατρική κίνηση”. 

Λίγο αργότερα ο Μπόγκνταν έφυγε. Απομακρύνθηκε. Η πρόταση της Φενέρ, έτσι κι αλλιώς ήταν τέτοια που δεν μπορούσε να πει όχι. Η επικοινωνία του με τον Ντούλε έγινε ακόμα πιο σπάνια. Σχεδόν έπαυσε. Ήταν σχεδόν 10 χρόνια αργότερα, όταν οι δυο τους συναντήθηκαν στην πρεμιέρα ενός Ντοκιμαντέρ για τη ζωή ενός φανατικού φίλου της Παρτίζαν, του Γκρου. Ένωσαν τα χέρια του, μίλησαν, φάνηκε σαν να είχε επέλθει η αποκατάσταση. Αλλά τόσο ο Μπόγκνταν, όσο και πάρα πολλοί άλλοι παίκτες που λόγω του Βουγιόσεβιτς ξετίναξαν το ταβάνι τους, είχε αποχωρήσει. Συναισθηματικά. Και τόσοι άλλοι, που είχαν βρεθεί στον στενό κύκλο του. Στο νοσοκομείο, όπου μπαινόβγαινε τα τελευταία χρόνια τον επισκέπτονταν ελάχιστοι, ανάμεσά τους ο Βλάντι Λούτσιτς. Πολλοί, οι υπόλοιποι, δεν του συγχώρησαν ποτέ αυτά που τους έλεγε. Σε αυτούς, ή για αυτούς, όπως γράφει και ο Μιλουν στην Μerridien. Η τον τρόπο που τους φέρθηκε.

Βουγιόσεβιτς και Μπογκντάνοβιτς συναντιούνται ξανά μετά το 2104, στην πρεμιέρα του ντοκιμαντέρ "Γκρου"
Βουγιόσεβιτς και Μπογκντάνοβιτς συναντιούνται ξανά μετά το 2104, στην πρεμιέρα του ντοκιμαντέρ "Γκρου"

Έδωσε αγάπη, την αναγνώρισε, αλλά σήμερα, μία μέρα μετά τον θάνατό του, ουδείς μπορεί να μιλήσει με βεβαιότητα για την αγάπη που ο ίδιος εισέπραξε. Εκτός από τα αγαπημένα του Λαμπραντόρ. Τα περίφημα σκυλιά του, τα οποία ο ίδιος ή η γυναίκα του έβγαζαν για βόλτα κάθε μέρα στη Νιεγκόσεβα και τριγύρω. 

Πόσο παράδοξο για έναν υμνητή της αγάπης… Το 2010, η Παρτίζαν έπαιξε κόντρα στον Παναθηναϊκό. Ηττήθηκε 82-66! Σκληρή ήττα, που έβαζε τις ελπίδες για τα πλέι οφς σε κίνδυνο. Η διαδρομή μέχρι το Φάιναλ Φορ εκείνης της σεζόν, ενώ στην αρχή κανείς δεν πίστευε καν ότι μπορεί να τεθεί ως ενδεχόμενο, είχε συγκλονίσει τον κόσμο. Σχεδόν μία ώρα μετά, το γήπεδο ήταν ακόμα γεμάτο. Γεμάτο! Με οπαδούς, φιλάθλους, οικογένειες, παιδιά… Δεν είχε αποχωρήσει κανείς από τη θέση του. Οι παίκτες της Παρτίζαν, αναγκάστηκαν να βγουν από τα αποδυτήρια μισή ώρα μετά το τέλος για να υποκλιθούν στον κόσμο. Μία ώρα μετά, 8 χιλιάδες κόσμος βρισκόταν ακόμα στις εξέδρες της Πιόνιρ… Για να πει ο Ντούλε Βουγιόσεβιτς μία από τις πιο εμβληματικές κουβέντες του όταν ρωτήθηκε… “Casovi Ljubavi”. Μαθήματα αγάπης! 

Αυτή ένιωθε… Αυτή δίδασκε. Με τον δικό του τρόπο. Τον οποίο, πολλοί, ακόμα και παίκτες, πιθανώς να μην αποδέχτηκαν ποτέ.

Ο Ντούλε, δεν διεκδίκησε ποτέ την αγιοποίησή του. Ήξερε ότι ήταν ένας πολύ δύσκολος, σκληρός και κάμποσες φορές ανερμάτιστος άνθρωπος, είχε όμως έναν τρόπο να αγαπάει… Αυτόν: 

“Σε μία ομάδα οι άνθρωποι πρέπει να είναι έτοιμοι, όχι να ανεχτούν, αλλά να διορθώσουν το λάθος ενός άλλου. Ακόμα κι αν αυτό το λάθος προέρχεται από εγωισμό και ιδιοτέλεια, οι υπόλοιποι παίκτες δεν πρέπει να το κρίνουν, αλλά να τρέξουν πίσω στην άμυνα, σαν να είναι οι ίδιοι που το έκαναν. Και τότε είναι που πραγματικά η μηχανή αρχίζει και δουλεύει”. 

Στη Σερβία, αυτή η δήλωση είναι η επιτομή της προπονητικής ύπαρξης του Ντούσκο Βουγιόσεβιτς. Μόνο που ο ίδιος κάποιες φορές, είχε έναν προσωπικό τρόπο να μην ανέχεται τα λάθη των παικτών του. Οι τιμωρίες ήταν συχνές. Στο μυαλό του όμως, η τιμωρία δεν είναι το αποτέλεσμα. Είναι το μέσο της καλλιέργειας. 

Είχαν (και όλοι έχουν) το δικαίωμα να μην το ανεχτούν. Ουδείς όμως, θα βρεθεί να πει ότι η καριέρα του δεν επωφελήθηκε από τον Ντούλε. Ότι η ζωή του δεν απογειώθηκε. 

Μπορεί να ήταν εκρηκτικός ως χαρακτήρας, αλλά η διδαχή του δεν ήταν το μαστίγιο. Σε ένα βίντεο που στα σέρβικα αναπαράγεται συνεχώς με την ένδειξη legendary, ο Βουγιόσεβιτς απεικονίζεται σε ένα τάιμ άουτ, σαν (και όχι ως) γνήσιος θαυμαστής του στωικισμού, να απευθύνεται στους παίκτες του στη διάρκεια ενός αγώνα με τη Ρεάλ Μαδρίτης… Ο στωικισμός παρεμπιπτόντως, δεν ήταν προτεραιότητα του, αλλά, πριν λίγα χρόνια, στο κάλεσμα ενός site να προτείνει τα τρία αγαπημένα βιβλία του, το ένα από αυτά ήταν το “Τα εις εαυτόν”, του Μάρκου Αυρήλιου, του αρχιερέα του στωικισμού. Χωρίς φωνές, λοιπόν, χωρίς εξάρσεις, χωρίς εντάσεις… Παρά μόνο με σταθερή φωνή, πατρικό ύφος και ηρεμία, που κοχλάζει από εμπιστοσύνη στα “παιδιά” του. Το μόνο που λέει είναι: 

“Πως μπήκατε να παίξετε έτσι μωρέ; Τι είναι αυτό. Borba bre!!! (Μτφ. Παλέψτε μωρε). 

Αμέσως μετά η Παρτίζαν επανήλθε στο παρκέ και σάρωσε τη Ρεάλ. Αυτό το βίντεο έγινε το ιστορικό και διαχρονικό σύμβολο της φιλοσοφίας του Ντούλε Βουγιόσεβιτς: Ανεξάρτητα ποιος είναι ο αντίπαλος, το μόνο που έχει σημασία είναι η μάχη χωρίς τον παραμικρό συμβιβασμό! 

Με άλλα λόγια: Dzaba vam Novci, moj sinovci

Οπως περιγράφει και ο Καραμάνης στο post του Pick N’ Popa… “Όταν ο Σάσα Ντανίλοβιτς μετακόμισε από τη Μπόσνα Σαράγεβο στην Παρτίζαν σε ηλικία 16 ετών, ο Βουγιόσεβιτς έγινε το στήριγμά του. Επειδή ο Ντανίλοβιτς δεν μπορούσε να αγωνιστεί για δύο χρόνια, καθώς η Μπόσνα δεν έστελνε το δελτίο του, ο Βουγιόσεβιτς δούλεψε πολύ μαζί του σε ατομικό επίπεδο. Όταν ήρθε η στιγμή να παίξει στην πρώτη ομάδα στα 18 του, ο Ντούλε ήταν ο προπονητής που του έδωσε το χώρο να λάμψει. Τέσσερα χρόνια μετά, όταν ο Ντανίλοβιτς υπέγραψε με την Κίντερ Μπολόνια το 1992, έθεσε έναν όρο: ο σύλλογος έπρεπε να βρει δουλειά στον Βουγιόσεβιτς για να τον έχει κοντά του – και ασφαλή, λόγω του πολέμου. Και η Κίντερ κίνησε γη και ουρανό. Τρία χρόνια προπόνησε στη Μπρέσια και άλλα δύο την Πιστόια”. Την Παρασκευή το βράδυ, η διάσημη τενίστρια, κόρη του Πρέντραγκ Ντανίλοβιτς τον χαιρέτησε, δηλώντας ευγνωμοσύνη για τα πανέμορφα παιδικά χρόνια που της πρόσφερε. 

Με τον Πάσπαλι, έβαλε τα στήθη του μπροστά, όταν γύρισε από το όχι και τόσο πετυχημένο πέρασμα του στο ΝΒΑ. Πολλές φορές ο Ζάρκο, λόγω οικονομικών διαφορών, ήταν βαρύς, αψύς και μη συνεργάσιμος. Ο Ντούλε κατάπιε τις συμπεριφορές του και τον στήριξε.  

O Μπογκντάνοβιτς βρήκε έναν δάσκαλο όταν ουδείς είχε διάθεση να ασχοληθεί μαζί του, όπως ο ίδιος είχε ομολογήσει. 

Τον περιέλαβε από παιδί και του έδειξε το σωστό δρόμο, όταν έμαθε ότι ως πιτσιρίκι, είχε μία ροπή προς την εξωγηπεδική ζωή. Του μίλησε και ήταν αιχμηρός: “Αν θες να γίνει επαγγελματίας, πρέπει να σταματήσεις όλα αυτά που κάνεις κάποια βράδια. Πρέπει να είσαι σοβαρός, συνεπής και να βάλεις στόχο”. Τον δίδαξε συνέπεια, επαγγελματισμό, υπευθυνότητα, τέχνες. Τον δίδαξε την ίδια τη ζωή. Όπως έκανε σε όλους τους παίκτες του. Και όχι μόνο σε αυτούς…

“Η ζωή είναι μία πολύ επικίνδυνη κατάσταση για την υγεία” είπε σε μία από τις πιο πεφωτισμένες στιγμές του, ο Ντούλε Βουγιόσεβιτς, όταν άρχισε να διαπιστώνει ότι ο τρόπος που είχε αποφασίσει να αφιερωθεί στη δουλειά του, επηρρέαζε την υγεία του. 

Ένας από τους πιο αγαπημένους φίλους του, ήταν ο Σέρβος συγγραφέας/σεναριογράφος και επιφανής οπαδός της Παρτίζαν, Μπόζα Κοπρίβιτσα, που είχε φύγει από τη ζωή μόλις 15 μέρες πριν από τον Ντούλε. 

Ένα απόγευμα, σε μία παρέα, ο Μπόζα Κοπρίβιτσα ανέλυε με έναν εξώκοσμα γοητευτικό τρόπο την εξέλιξη ενός αγώνα της Παρτίζαν… Όταν τελείωσε κάποιοι ρώτησαν τον Βουγιόσεβιτς αν είχε να προσθέσει κάτι. Και απάντησε με αυτόν τον μοναδικό και θερμό τόνο: 

“Μα τι μπορώ να πω εγώ όταν ο Θείος Μπόζα, μιλάει; Αν πω κάτι, αυτομάτως θα έχω χάσει μία θαυμάσια ευκαιρία να παραμείνω σιωπηλός!”.

Κοπρίβιτσα και Ντούλε σε αγώνα της Παρτιζάν
Κοπρίβιτσα και Ντούλε σε αγώνα της Παρτιζάν

Οι κατά καιρούς παίκτες του, πήραν στα χέρια τους, πολλά από τα βιβλία του Κοπρίβιτσα (κάποια είχαν αθλητικό περιεχόμενο με μία φιλοσοφική προσέγγιση). Έτσι κι αλλιώς, πάντα έγραφε για τον αθλητισμό με το μυαλό, το αίμα και την καρδιά του. Για αυτόν, ο αθλητισμός ήταν μία τέχνη. Οπως και για τον Ντούσκο Βουγιόσεβιτς. 

Στο ρετιρέ της Νιεγκόσεβα, κάτω από το οποίο πια, πίνουν τον καφέ τους, ή γεμυατίζουν τα πιο iconic μέλη του σέρβικου star system, ο Ντούσκο Βουγιόσεβιτς αρκούνταν να περιτριγυρίζεται από την πολύ σπάνια συλλογή του με πίνακες. Το απάγγειό του ήταν τα δημιουργήματα των διασημότερων και πιο αναγνωρισμένων Σέρβων ζωγράφων. 

Στους τείχους κρέμονται έργα αξίας κάμποσων εκατομυρίων, τα οποία άρχισε να τα συλλέγει 35 χρόνια πριν, κατά την επίσκεψη του στην έκθεση του Βόι Στάνιτς. “Τότε που ένιωσα ένα ανεξήγητο πάθος για αυτό που παρατηρούσα στους πίνακές του και για τη ζωγραφική γενικότερα”. Και η πιο δύσκολη στιγμή της ζωής του Ντούλε ήταν: “Όταν χρειαζόταν να τα αποχωριστώ, έστω για λίγο”. 

Δεν πούλησε ποτέ, κανένα από τα αποκτήματά του, αν και σε μία συνέντευξη του είπε: “Δεν επένδυσα σε σπίτια, γιωτ, αυτοκίνητα. Επένδυσα στην τέχνη, γιατί αυτή ήταν που με γέμιζε. Η τέχνη δεν είναι για να εμπορεύεται. Είναι για τη ζωή, την κουλτούρα… Είναι για τις γενιές που θα ακολουθήσουν”. Για κάποιους από τους πιο αναγνωρισμένους Σέρβους καλλιτέχνες, ο Ντούσκο Βουγιόσεβιτς ήταν ο συλλέκτης με τα πιο σπάνια έργα τους. 

Αν και γεννήθηκε στο Τίτογκραντ του Μαυροβούνιου, έζησε και πέθανε ως νοσταλγός της Ενωμένης Γιουγκοσλαβίας, και πάντα τον συγκινούσε ο ήχος του τότε εθνικού ύμνου. Ακόμα και λίγο πριν αποδημήσει.

Σύνορα και σημαίες δεν είχαν σημασία για αυτόν. Για αυτόν, που τον Ιούνιο του 1993, κι ενώ το μίσος θέριευε μεταξύ Σέρβων και Κροατών, πήρε το αυτοκίνητό του από τη Μπρέσια, όπου ζούσε τότε και έφτασε μέχρι τα σύνορα της Κροατίας, σε μία περίοδο που αυτό φάνταζε ως απίθανο κι επικίνδυνο. Για να πει στους συνοριοφύλακες: 

“Δεν έχω χαρτιά και διαβατήριο, δεν έχω τίποτα. Αφήστε με να περάσω όμως. Πρέπει να πάω στην κηδεία του Ντράζεν”.

Το τραπεζάκι στη γωνία του Μπιστρό της Νιεγκόσεβα θα έχει πολλές αναμνήσεις να διηγηθεί. Και αν ζούσε ο Ντάντε Τζούριτς, ο αγαπημένος του Μαυροβούνιος ζωγράφος, θα τον σχεδίαζε στον καμβά του, να κάθεται σε αυτή τη γωνία, με το λαμπραντόρ ξαπλωμένο και ήρεμο δίπλα του, κρατώντας ένα βιβλίο του Ερνστ Χεμινγουέι, “Ο γέρος και η Θάλασσα” να μιλάει στην παρέα του για το αγαπημένο του πάθος… Το μπάσκετ.  

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ