Δύο χρόνια Μεντιλίμπαρ: Ο «αντάρτης» του Ζαλντιμπάρ που έγινε Βασιλιάς στον Πειραιά...
Δύο χρόνια δεν είναι πολλά στο ποδόσφαιρο. Κι όμως, καμιά φορά αρκούν για να ριζώσει ένας άνθρωπος σε έναν τόπο και να γίνει κάτι περισσότερο από ένας καλός προπονητής. Να γίνει πρόσωπο οικείο, αγαπητό μέλος της πιο μεγάλης οικογένειας στην Ελλάδα.
Έτσι ακριβώς μοιάζει σήμερα η σχέση του Χοσέ Λουίς Μεντιλίμπαρ με τον Ολυμπιακό. Σαν μια γνωριμία που δεν έμεινε στη σύσταση, αλλά εξελίχθηκε σε δεσμό και ο έρωτας μένει αναλλοίωτος από τις 11 Φλεβάρη του 2024, μιας και διανύουμε ημέρες Αγίου Βαλεντίνου.
Αν προσπαθήσει κανείς να περιγράψει αυτά τα δύο χρόνια μόνο με τρόπαια, νίκες και ποσοστά, θα χάσει την ουσία. Γιατί ο Μεντιλίμπαρ δεν κέρδισε μόνο παιχνίδια. Κέρδισε βλέμματα, χειροκροτήματα, με μια λέξη ενέπνευσε «σεβασμό». Εκείνα τα αυθόρμητα «είναι δικός μας» που δεν χαρίζονται εύκολα σε έναν ξένο προπονητή, πόσο μάλλον σε έναν Βάσκο που ήρθε καταχείμωνο σε μια ομάδα πληγωμένη και ανήσυχη.
Ο άνθρωπος πριν από τον προπονητή
Από την πρώτη κιόλας μέρα, δεν προσπάθησε να παίξει τον ρόλο του «μεγάλου ονόματος». Δεν είχε ούτε το ύφος του σταρ, ούτε τη γλώσσα των μεγάλων υποσχέσεων. Αντίθετα, μιλούσε απλά, σχεδόν ντροπαλά. «Εγώ είμαι εργάτης του ποδοσφαίρου», έχει πει πολλές φορές. «Μου αρέσει να δουλεύω, όχι να μιλάω πολύ». Κι αυτή η φράση έμοιαζε να συνοψίζει όλη τη φιλοσοφία του.
Στις προπονήσεις -λένε οι παροικούντες του Ρέντη- είναι ο πρώτος που εμφανίζεται στο γήπεδο και ο τελευταίος που φεύγει. Χωρίς θεατρινισμούς. Με φόρμα, σφυρίχτρα, καπέλλο ή σκούφο και βλέμμα κοφτερό. Δεν χρειάζεται να φωνάξει για να επιβληθεί. Η παρουσία του αρκεί.
Κάποτε είχε εξομολογηθεί ότι μεγάλωσε «σε μια μικρή πόλη της Χώρας των Βάσκων, όπου όλοι γνωρίζονται μεταξύ τους και κανείς δεν νομίζει ότι είναι πιο σημαντικός από τον άλλον». Αυτή η ταπεινότητα τον ακολουθεί παντού. Στα αποδυτήρια, στα ταξίδια, ακόμα και στις νίκες. Οι μικρές στιγμές που λένε την αλήθεια.
Δεν ήταν μόνο τα μεγάλα βράδια, με κορυφαίο αυτό της κατάκτησης του Conference League που τον έκαναν αγαπητό. Ήταν οι μικρές, σχεδόν αόρατες στιγμές. Το πώς χτυπάει φιλικά έναν παίκτη στην πλάτη μετά από λάθος. Το πώς στέκεται μπροστά στις κάμερες για να πάρει πάνω του την ευθύνη. Το πώς μιλάει για «τα παιδιά του» όταν αναφέρεται στους ποδοσφαιριστές. Ποτέ δεν «πούλησε» κανέναν δημόσια. Ακόμα κι όταν τα πράγματα στραβώνουν, λέει σχεδόν στερεότυπα: «Αν κάτι δεν λειτουργεί, φταίω εγώ. Οι παίκτες προσπαθούν...».
Σε μια εποχή που οι προπονητές συχνά-πυκνά κρύβονται πίσω από δικαιολογίες, αυτή η στάση μοιάζει σχεδόν παλιομοδίτικη, αλλά είναι απόλυτα ο εαυτός του. Ακόμη και το βουνίσιο, χωριάτικο, «ξερό» -για κάποιους- κεφάλι του. Που δεν κάνει πίσω πότε και σε τίποτα. Και ακριβώς γι’ αυτό αυτή η γνήσια περσόνα είναι τόσο γοητευτική.
Το ποδόσφαιρο όπως το πιστεύει
Ο Μεντιλίμπαρ δεν ήρθε με πολύπλοκες θεωρίες. Το ποδόσφαιρό του είναι ευθύ, «τίμιο», γεμάτο ένταση. «Μου αρέσουν οι ομάδες που τρέχουν, που παλεύουν για κάθε μπάλα. Αν δεν ιδρώσεις, δεν αξίζεις...», έχει πει ουκ ολίγες φορές. Αυτό το «ιδρώτας» έγινε σύνθημα.
Οι φίλαθλοι του Ολυμπιακού είδαν ξανά μια ομάδα που δεν κάνει οικονομία στην προσπάθεια. Που πιέζει, που πέφτει στο χορτάρι, που παίζει με πείσμα. Και σε μια κερκίδα που πάντα εκτιμούσε τη μαχητικότητα, αυτό μέτρησε περισσότερο από κάθε τακτικό σχεδιάγραμμα. Δεν ζητάει ποτέ το τέλειο αλλά... το αληθινό.
Το τηλεφώνημα που τον έφερε στον Πειραιά
Η άφιξή του στην Ελλάδα δεν ήταν προϊόν φιλοδοξίας, αλλά περιέργειας και εμπιστοσύνης. Πριν πει το «ναι» στην ολιγόωρη προθεσμία που του έθεσε γλυκά, αλλά ξεκάθαρα ο Βαγγέλης Μαρινάκης, σήκωσε το τηλέφωνο. Μίλησε με τον Μίτσελ και τον Ερνέστο Βαλβέρδε, δύο ανθρώπους που γνώριζαν καλά τι σημαίνει Ολυμπιακός. Τους ρώτησε όχι για τα συμβόλαια και τα γήπεδα, αλλά για τον κόσμο, την πίεση, την καθημερινότητα.
Η απάντηση ήταν σχεδόν ίδια: «Αν πας, θα το ζήσεις έντονα. Εκεί πρέπει να κερδίζεις πάντα...».
Για έναν προπονητή που στην Ισπανία είχε μάθει να δουλεύει κυρίως σε μικρομεσαίες ομάδες, να παίζει κλεφτοπόλεμο, να στήνει άμυνες επιβίωσης και να μετρά κάθε βαθμό σαν θησαυρό, με εξαίρεση το πέρασμά του από τη Σεβίλλη που κατέκτησε το Europa League, αυτή ήταν μια καινούρια πραγματικότητα. Στον Ολυμπιακό δεν υπάρχει «καλή ήττα». Δεν υπάρχει «τίμια προσπάθεια». Υπάρχει μόνο η νίκη.
Κι όπως παραδέχτηκε αργότερα: «Εδώ έμαθα ότι κάθε Κυριακή πρέπει να κερδίζεις. Είναι κάτι που σε κρατάει σε εγρήγορση. Δεν χαλαρώνεις ποτέ. Για να ανταποκριθώ στις απαιτήσεις αυτής της ομάδας, έπρεπε πρώτα να αλλάξω εγώ...». Αυτή η πρόκληση, τελικά, ήταν που τον κέρδισε...
Η σχέση του με την Ελλάδα
Παρά τους απαιτητικούς ρυθμούς, με τον καιρό, ο Μέντι άρχισε να μιλάει και για τη ζωή έξω από το γήπεδο. Για το πώς του αρέσει να περπατάει στον Πειραιά χωρίς συνοδεία, να κάθεται σε ένα απλό ταβερνάκι, να πίνει καφέ κοιτάζοντας τη θάλασσα. «Η Ελλάδα μού θυμίζει το σπίτι μου», είχε πει σε μια συνέντευξη. «Οι άνθρωποι είναι ζεστοί, μιλάνε δυνατά, γελάνε δυνατά. Μου αρέσει αυτό. Νιώθω άνετα κι ας μην καταλαβαίνω τη γλώσσα...».
Δεν είναι λίγες οι φορές που αρνήθηκε την απομόνωση του ξενοδοχείου για να βγει στην πόλη. Να δει κόσμο. Να νιώσει την καθημερινότητα. Σαν να ήθελε να καταλάβει πραγματικά πού βρίσκεται, όχι απλώς να δουλεύει εδώ. Ο κόσμος το αντιλαμβάνεται αυτό. Όταν ένας προπονητής δεν αντιμετωπίζει την ομάδα ως «σταθμό», αλλά ως κομμάτι της ζωής του.
Το βλέμμα μετά τις νίκες
Υπάρχει μια εικόνα που τον συνοδεύει συχνά: Μετά από μια μεγάλη επιτυχία, ενώ όλοι πανηγυρίζουν, εκείνος στέκεται λίγο πιο πίσω. Με ένα χαμόγελο συγκρατημένο. Σχεδόν ντροπαλό, σαν να σκέφτεται: «Ωραία, το κάναμε. Πάμε πάλι από την αρχή...».
Δεν θα τον δεις να τρέχει μπροστά στις κάμερες ή να ζητάει δόξα. Προτιμά να αγκαλιάζει τους συνεργάτες του, να δείχνει τους παίκτες και να λέει: «Αυτοί είναι οι πρωταγωνιστές». Αυτή η απάρνηση του εγωισμού έξω από τις τέσσερις γραμμές, είναι το στοιχείο του χαρακτήρα του που τον κάνει πιο μεγάλο στα μάτια των φιλάθλων.
Ενας δικός μας άνθρωπος
Σε δύο χρόνια, ο Μεντιλίμπαρ κατάφερε κάτι σπάνιο. Να μην είναι απλώς «ο Βάσκος προπονητής», αλλά ο «στρατηγός», ο «profesor» ή απλά ο «Μέντι». Το μικρό όνομα, το οικείο. Στις κερκίδες, στα ραδιόφωνα, στις κουβέντες των καφενείων, μιλούν γι’ αυτόν σαν να τον ξέρουν προσωπικά. Γιατί, με έναν τρόπο, τον ξέρουν. Τον έχουν δει να θυμώνει, να χαμογελά, να συγκινείται. Τον έχουν ακούσει να λέει «ευχαριστώ» στα ελληνικά, με εκείνη τη βαριά προφορά που κάνει τη λέξη ακόμη πιο τρυφερή.
Κι ίσως τελικά αυτό να είναι το μεγαλύτερο επίτευγμά του. Όχι μόνο όσα πέτυχε στον πάγκο, αλλά το ότι έδωσε ξανά στην ομάδα μια ανθρώπινη διάσταση. Έδειξε πως το ποδόσφαιρο δεν είναι μόνο σχέδια και συστήματα, αλλά χαρακτήρες, σχέσεις, εμπιστοσύνη.
Δύο χρόνια μετά την άφιξή του, ο Ολυμπιακός δεν έχει απλώς έναν προπονητή. Έχει έναν άνθρωπο που κουβαλάει την απλότητα της πατρίδας του, την εργατικότητα του ακαταπόνητου μεροκαματιάρη και την καρδιά κάποιου που έμαθε να αγαπά τον τόπο που δουλεύει.
Οταν κάποτε φύγει, αυτό θα είναι που θα μείνει πιο έντονα από όλα. Η αίσθηση ότι για λίγο, στον πάγκο του Θρύλου κάθισε κάποιος που δεν προσποιήθηκε ποτέ τίποτα. Απλώς ήταν ο εαυτός του και... πέτυχε.