Γιατί στην Ιταλία οι ομάδες «ανακυκλώνουν» τους ίδιους προπονητές;
Οι ομάδες στην Ιταλία φαίνονται να προσλαμβάνουν τους ίδιους και τους ίδιους προπονητές κάθε φορά, όμως ποιος είναι ο λόγος;
Νέα σελίδα στην καριέρα του Τζενάρο Γκατούζο φαίνεται πως ανοίγει, καθώς ιταλικά δημοσιεύματα τον θέλουν να αναλαμβάνει την τεχνική ηγεσία της Λάτσιο. Από την άλλη, μετά την αποχώρησή του από τους «λατσιάλι», ο Μαουρίτσιο Σάρι φέρεται να έχει συμφωνήσει με την Αταλάντα για να καθίσει στον πάγκο της την νέα σεζόν.
Αυτή θα είναι η τρίτη ομάδα του «Big 7» της Serie A, όπου θα προπονήσει ο «Ρίνο» μετά τις Νάπολι και Μίλαν, ενώ η τέταρτη για τον άλλοτε τεχνικό της Τσέλσι έπειτα τις Γιουβέντους, Νάπολι και Λάτσιο όμως γιατί οι επτά μεγαλύτερες ομάδες στην γειτονική χώρα «ανακυκλώνουν» τους ίδιους και τους ίδιους προπονητές κάθε χρόνο.
Aρχικά, για να συνειδητοποιήσουμε το πόσο μεγάλο αποτύπωμα έχουν αφήσει οι Ιταλοί τεχνικοί, τα τελευταία 26 χρόνια, μόλις τρεις ξένοι κόουτς έχουν καταφέρει να σηκώσουν το εγχώριο πρωτάθλημα στην Ιταλία. Ο Σβεν Γκόραν Έρικσον το 2000 με την Λάτσιο, ο Ζοσέ Μουρίνιο το 2010 με την Ίντερ και ο Κρίστιαν Κίβου με τον ίδιο σύλλογο φέτος.
Παράλληλα, αξίζει να αναφέρουμε πως οι Ιταλοί θεωρούνται αδιαμφισβήτητα από τους καλύτερους tacticians στην Ευρώπη και αυτό επιβεβαιώνεται, όταν μάθει κανείς το τι χρειάζεται για να πάρει κάποιος το δίπλωμά του από την FIGC.
Συγκεκριμένα, για να καταφέρουν να πάρουν το UEFA Pro Licence, ο κάθε επίδοξος τεχνικός γράφει μια διατριβή αναφορικά με τα δικά του τακτικά πιστεύω, αλλά και άλλες πτυχές του ποδοσφαίρου. Παράδειγμα ο Μότα έγραψε για το «2-7-2», ενώ ο Αντόνιο Κόντε για τις παραλλαγές του «4-3-1-2». Ο Γκατούζο δεν έγραψε για κάποια τακτική αλλά για τις «θετικές και αρνητικές πλευρές στην καριέρα του προπονητή», ενώ ο Μαρέσκα σύγκρινε το ποδόσφαιρο με το σκάκι.
Γιατί όμως οι προπονητές αλλάζουν ομάδες μεταξύ τους;
Τα παραπάνω σίγουρα δεν δικαιολογούν ότι οι ίδιοι επτά προπονητές έχουν κάτσει στον πάγκο των επτά μεγάλων συνολικά 23 φορές, με πολλές άλλες παραμέτρους να παίζουν ρόλο για αυτό το αν μη τι άλλο εντυπωσιακό στατιστικό.
Αρχικά, όπως και στην χώρα μας τα αποτελέσματα στην Ιταλία είναι το παν, οπότε οι σύλλογοι επιλέγουν τις περισσότερες φορές έναν Ιταλό τεχνικό, που αγωνίζεται με ένα στυλ ποδοσφαίρου το οποίο παράγει αποτελέσματα ακόμα και αν είναι 1-0. Επειδή στην υπόλοιπη Ευρώπη το... κατενάτσιο δεν διδάσκεται, είναι δύσκολο για έναν ξένο τεχνικό να πετύχει στην Serie A και αν τα παιχνίδια δεν πάνε... όπως πρέπει, πιο εύκολα τους αντικαθιστούν.
Παράλληλα, λόγω αυτής της απουσίας υπομονής αλλά και η απουσία μεγάλων χρηματικών deal σε σχέση π.χ με την Premier League, οι θέσεις που οδηγούν στις ευρωπαϊκές διοργανώσεις και η αποφυγή του υποβιβασμού συνοδεύονται από τεράστιες οικονομικές συνέπειες. Όταν μια ομάδα περνά περίοδο αγωνιστικής κρίσης, οι διοικήσεις των συλλόγων συχνά απολύουν τον προπονητή επιδιώκοντας ένα άμεσο «ηλεκτροσόκ», αντί να αντέξουν μια μεταβατική περίοδο, φέρνοντας πίσω ή διαλέγωντας έναν διαφορετικό κόουτς από τους... συνήθεις ύποπτους.
Επι προσθέτως, αντί να ρισκάρουν με νέους, άπειρους ή ξένους προπονητές που εφαρμόζουν πειραματικές φιλοσοφίες, οι σύλλογοι στρέφονται συνήθως σε μια «κλειστή» και αξιόπιστη δεξαμενή Ιταλών (π.χ. Αντόνιο Κόντε, Μασιμιλιάνο Αλέγκρι ή Μαούριτσιο Σάρι). Οι έμπειροι αυτοί κόουτς γνωρίζουν ήδη σε βάθος το πρωτάθλημα και θεωρείται ότι μπορούν να φέρουν άμεσα αποτελέσματα.
Συγχρόνως, οι μικρότεροι σύλλογοι, αλλά ακόμα και τα μεγάλα κλαμπ με περιορισμένους προϋπολογισμούς δεν έχουν την οικονομική δυνατότητα να καταβάλλουν μεγάλες αποζημιώσεις σε πολλαπλά προπονητικά επιτελεία ταυτόχρονα. Όταν λύεται το συμβόλαιο ενός προπονητή, η επιλογή ενός άλλου έμπειρου και άνεργου τεχνικού, ήδη γνωστού στην εγχώρια αγορά, αποδεικνύεται συχνά μια πιο ασφαλής οικονομική λύση σε σύγκριση με τις ριψοκίνδυνες δομικές αλλαγές.
Δεν είναι λίγοι αυτοί που στα Μέσα Κοινωνικής Δικτύωσης κατακρίνουν αυτή την απόφαση, τονίζοντας πως αυτή η συνεχής αλλαγή ίδιων προσώπων είναι ένας από τους λόγους που η Εθνική Ιταλίας δεν έχει καταφέρει να βρεθεί σε Μουντιάλ από το 2014, με αρκετούς να λένε πως ομάδες όπως η Λάτσιο μετά από μια τόσο καταστροφική σεζόν, τερμάτισαν 9η με 54 βαθμούς στο -5 από την Αταλάντα, θα μπορούσε να πάρουν ένα μεγάλο ρίσκο στο θέμα προπονητή, αντί να δοκιμάσουν την -όχι και τόσο- πετυχημένη συνταγή με τον Τζενάρο Γκατούζο.