Η εθνική «Μητέρα» όλων των παικτών

Ο Τολιόπουλος, ο Παπανικολάου και η Εθνική ομάδα ως καταφύγιο σε μία εποχή που οι ρόλοι έχουν αλλάξει. Γράφει ο Θανάσης Ασπρούλιας.

Η εθνική «Μητέρα» όλων των παικτών

Πιθανώς, πολλοί από αυτούς που άρχισαν την ανάγνωση, να μην το θυμούνται, ή να μην το έχουν καταχωρήσει ως πληροφορία καν. 

Παλιότερα, δύο γενιές πίσω, η Εθνική ομάδα ήταν το πλατύσκαλο της κορυφής για κάθε παίκτη. Τα καλοκαιρινά ραντεβού της, όπως και τούτες τις ημέρες βεβαίως, δεν ήταν ένα αθλητικό γεγονός. Ήταν κοινωνικό σάλπισμα. Ολόκληρη η χώρα ήταν συντονισμένη. 

Η Εθνική εξακολουθεί βεβαίως, παραμένει η επίσημη αγαπημένη, έστω κι αν, κάμποσες φορές, δεν θέρμανε τις καρδιές των Ελλήνων. Δεν της γύρισαν ποτέ την πλάτη όμως. 

Η μεγάλη διαφορά, που καθιστά ακόμα περισσότερο την Εθνική ομάδα ως τη μητέρα όλων των παικτών είναι η αφετηρία και ο ρόλος. 

Παλιότερα, ο αριθμός των Ελλήνων στις ομάδες της πρώτης και δεύτερης γραμμής του πρωταθλήματος ήταν πολύ μεγαλύτερος. Και μάλιστα, σε μία περίοδο που στην Α1 έρεε πακτωλός χρημάτων εξαιτίας των μυθικών τηλεοπτικών συμβολαίων που μοίραζαν ολόκληρες περιουσίες στις ομάδες κάθε χρόνο, με αποτέλεσμα να κομπάζουμε φωναχτά και δυνατά ότι η Ελλάδα φιλοξενεί το καλύτερο πρωτάθλημα της Ευρώπης. Σε όρους ποιότητας και δημοφιλίας παικτών, αυτό δεν ήταν πολύ μακριά από την πραγματικότητα. Σε όρους υποδομών, οργάνωσης και εμπορικής προώθησης η συγκεκριμένη άποψη μόνο ως ανέκδοτο ακουγόταν στα αυτιά των ευρωπαίων. 

Ήταν όμως, η εποχή, που το κάλεσμα στην Εθνική, η επιλογή των εκλεκτών είχε ένα και μοναδικό κριτήριο: Την απόδοση των παικτών. 

Ήταν η εποχή που ακόμα και Έλληνες, οι οποίοι έκαναν εκπληκτικές σεζόν με ομάδες δεύτερη γραμμής, απλά δεν έβρισκαν χώρο στην Εθνική ομάδα. Υπηρχε πληθώρα.  

Εκείνη την εποχή, για να ανοίξει η πόρτα της 12άδας της Εθνικής, δεν αρκούσε μόνο το ταλέντο και η προοπτική. Χρειάζονταν πολλά περισσότερα. 

Τα χρόνια πέρασαν, οι αυνθήκες διαφοροποιήθηκαν και τα σημεία των καιρών, έχουν αναδείξει και πάλι το ρόλο της Εθνικής σαν ένα καταφύγιο. 

Πλέον, η επίσημη αγαπημένη δεν έχει απαιτήσεις από τους παίκτες να κάνουν πράγματα και θαύματα με τις ομάδες τους. Είναι η “μητέρα” που δίνει τις ευκαιρίες στα “παιδιά” της, να παίξουν, να διακριθούν, για να στείλουν το μήνυμα στις ομάδες όπoυ ανήκουν ότι δικαιούνται κι αυτοί μία ευκαιρία. Στα κλαμπ τους. Όχι στην Εθνική. 

Αν αναλογιστούμε τη βαθύτητα του γεγονότος, πιθανώς να διαπιστώσουμε και που οδεύουμε, τους κινδύνους που υπάρχουν και ότι πρέπει πάσει θυσία να αντιμετωπιστούν. 

Ο Βασίλης Τολιόπουλος, ως παίκτης του Άρη, μέσα από τις σπουδαίες εμφανίσεις του με την εθνική ομάδα εκτόξευσε το ενδιαφέρον του Παναθηναϊκού, όχι μόνο να τον αποκτήσει, αλλά και να του προσφέρει ένα μεγαλοπρεπές συμβόλαιο. 

Μέχρι και τον προηγούμενο Σεπτέμβριο, ο Τολιόπουλος ήταν σχεδόν πάντα ο απρόσμενος ήρωας των αγώνων της Εθνικής ομάδας. Ένας τύπος, που παρότι δεν αγωνιζόταν στην Ευρωλίγκα, είχε το τσαγανό να πάρει από το χέρι την Ελλάδα, ακόμα κι αν είχε δίπλα του τον Γιάννη. 

Το είχε προβλέψει ο Σπανούλης μετά την ήττα από το Μαυροβούνιο στα Λιόσια… Ειδικά για τον Βασίλη. Επιβεβαιώθηκε μέχρι κεραίας. Αφού χρησιμοποίησε το πρώτο ματς του Παραθύρου με τους βαλκάνιους αντιπάλους μας, για να τινάξει τη σκουριά από πάνω του, επέστρεψε στην Ποντγκόριτσα, φρέσκος, νικελωμένος πια, για να φορτώσει το καλάθι τους με 27 πόντους, που συνολικά ήταν 50 αν προσθέσουμε και αυτούς που πρόσφερε με τις 10 ασίστ του. Στο πρώτο ημίχρονο ειδικά, ο Τολιό έμοιαζε να πετάει τη μπάλα σαν βότσαλο σημαδεύοντας τα νερά του ποταμού Μόρατσα. Ήταν αδύνατον να αστοχήσει. 

Ο Τολιό (ξανά)έστειλε το μήνυμα του στον Παναθηναϊκό. Ήταν κι αυτός ένας τρόπος. Εχουμε χρέος όμως, να μην ξεχάσουμε και τη ...σκουριά, που ένας παίκτης σαν τον Τολιό, είχε μαζέψει μετά από μερικούς μήνες στο κορυφαίο επίπεδο, όπου οι ευκαιρίες που του δόθηκαν ήταν ελάχιστες. 

6878144.jpg

Την ίδια στιγμή ο Κώστας Παπανικολάου παρουσιαζόταν σε αυτά τα δύο ματς με το Μαυροβούνιο ως κάτι πολύ μεγαλύτερο από έναν αρχηγό. Ήταν ένα ζωντανό manual για όλα όσα χρειάζεται να διαθέτει κάποιος παίζοντας για την εθνική ομάδα στο πλευρό παικτών, που δεν έχουν ούτε καν τη μισή εμπειρία από εκείνον. Αναλαμβάνοντας έναν ρόλο, που στον Ολυμπιακό είναι μοιρασμένος πια σε διάφορα πρόσωπα. Το ρόλο το πνευματικού ηγέτη, αλλά ταυτόχρονα του leader by example. Ο αρχηγός ήταν πάντα εκεί. Σε κάθε φάση. Σε κάθε διεκδίκηση. Σε κάθε επίθεση, σε κάθε ριμπάουντ. Με τόσο φρέσκια διάθεση, αλλά και πάθος που μέχρι και put back κάρφωμα έκανε στην Ποντγκόριτσα.

O Γιαννούλης Λαρεντζάκης, ήταν από τους πρώτους παίκτες προερχόμενος από club της Ευρωλίγκας, που ενσωματώθηκε από τη Δευτέρα κιόλας στις προπονήσεις της Εθνικής.  

Ο Ντίνος Μήτογλου δεν ήταν στην αρχική κλήση και επικοινώνησε με δική του πρωτοβουλία με τον Βασίλη Σπανούλη ζητώντας να είναι παρών στους δυο αγώνες των Παραθύρων. Αυτό λέει πολλά. Και για τον χαρακτήρα του ίδιου, αλλά και για τη σημασία της Εθνικής ομάδας για όλους τους παίκτες. 

Η διαδικασία των Παραθύρων, όσο θνησιγενής κι αν παρουσιάζεται ότι είναι λόγω της εμμονής της Ευρωλίγκας να μην τα αποδέχεται, δίνει την ευκαιρία σε παίκτες και εθνικές ομάδες να αναπνέουν ένα διαφορετικό αέρα. Ενα …διαφορετικό οξυγόνο που εν τελεί μοιάζει απαραίτητο για να φουσκώσουν τα πνευμόνια των παικτών με δύναμη εν όψει της απαιτητικής συνέχειας. 

Το γεγονός ότι το ευρωπαϊκό μπάσκετ έχει ανάγκη από ενέσεις ταλέντου είναι αδιαμφισβήτητο. 

Αλλά αν μου επιτρέπετε και μία προσωπική άποψη, ο δρόμος θα είναι πολύ πιο δύσκολος, από τη στιγμή που η Ευρωλίγκα, μετά την “σύληση” της εθνικής ταυτότητας (επιτρέπει σε κάθε ομάδα να έχει ρόστερ ακόμα και 18 αμερικάνους) διαχωρίζει το ευρωπαϊκό μπάσκετ σε πατρίκιους και πληβείους, αφαιρώντας κάθε έννοια ενδιαφέροντας για την τελική βαθμολογία των εθνικών πρωταθλημάτων. Αυτή όμως είναι μία πολύ μεγάλη συζήτηση.  

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ