Ταμπόρδα vs Ουναΐ: Ποιος ήταν τελικά πιο επιδραστικός στο παιχνίδι του Παναθηναϊκού;
Τι λένε οι αριθμοί για τη σύγκριση του Αζεντίν Ουναΐ με τον Βιθέντε Ταμπόρδα στον Παναθηναϊκό; Ποιος ήταν πιο επιδραστικός και ποιος είχε πιο «γεμάτη» στατιστική;
Παίζουν «μπαλίτσα» οι αριθμοί; Είναι η στατιστική και τα νούμερα αντιπροσωπευτικά για την επιδραστικότητα ενός ποδοσφαιριστή σε μία ομάδα; Όχι πάντα, όμως πολλές φορές μπορεί να μας δώσουν μια εικόνα, μια κατεύθυνση. Αυτό συμβαίνει και στη περίπτωση της σύγκρισης δύο ποδοσφαιριστών που δεν συνυπήρξαν στον Παναθηναϊκό, του Βιθέντε Ταμπόρδα και του Αζεντίν Ουναΐ.
Δια στόματος και του πρώην τεχνικού διευθυντή του Παναθηναϊκού, Γιάννη Παπαδημητρίου, ο οποίος είχε παραχωρήσει προσφάτως μία εκτενή συνέντευξη, ο Παναθηναϊκός είχε «λοκάρει» όλο το καλοκαίρι στην απόκτηση του Αζεντίν Ουναΐ, ενός ποδοσφαιριστή που αποτέλεσε «όαση» την περασμένη σεζόν (2024/25), όταν αγωνίστηκε ως δανεικός στο «τριφύλλι», παρασύροντας με το ταλέντο του και τους συμπαίκτες του, με τον Παναθηναϊκό να φτάνει στους «16» του Conference League, στα προημιτελικά του κυπέλλου και στην δεύτερη θέση της Stoiximan Super League.
Ως εκ τούτου, το καλοκαίρι κρίθηκε σωστό από τη διοίκηση να περιμένει μέχρι τη τελευταία στιγμή για να αποκτήσει τον Μαροκινό βιρτουόζο, κάτι τέτοιο όμως δεν κατέστη δυνατό, μιας και ο ποδοσφαιριστής ήθελε να παίξει σε ένα από τα πέντε μεγαλύτερα πρωταθλήματα της Ευρώπης, επιλέγοντας μια λιγότερο «εμπορική» ομάδα, την Χιρόνα, η οποία όμως αγωνίζεται στην La Liga. Εκ των πραγμάτων, μιας και πραγματοποίησε εντυπωσιακή σεζόν με τη φανέλα της ισπανικής ομάδας και αποτελεί «μήλον της Έριδος» για κορυφαίες ομάδες, ο Ουναΐ έκανε μία ορθολογική επιλογή. Στη θέση του ήρθε ένας όχι τόσο... διάσημος ποδοσφαιριστής, μιας κίνηση που θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως «κάτω από τα ραντάρ» και λίγο έλειψε να βγει... «παλτό». Παρ' όλα αυτά, η υπομονή και η επιμονή του Ταμπόρδα, καθώς και η δουλειά που «έριξε» μαζί του ο Ράφα Μπενίτεθ και το επιτελείο του, «έσωσαν» τον Αργεντίνο, ο οποίος αποτέλεσε βασικό πυλώνα στο δεύτερο μισό της σεζόν κι ήταν από εκείνους που ξεχώρισαν με τη παρουσία τους.
Δεν παίζουν ίδια θέση, έχουν διαφορετικά χαρακτηριστικά
Τα αγωνιστικά χαρακτηριστικά των δύο ποδοσφαιριστών διαφέρουν αρκετά. Αρχικά από σωματοδομικής άποψης, ο Ουναΐ είναι αρκετά ψηλότερος από τον Ταμπόρδα, ενώ από εκείνης των αγωνιστικών χαρακτηριστικών, ο Μαροκινός άσος ήταν... μανούλα στο κάθετο ποδόσφαιρο, την ώρα που ο Αργεντίνος, ο οποίος έχει επίσης πολύ καλές επαφές με τη μπάλα, φαίνεται να έχει περισσότερο το γκολ και την εν γένει συμμετοχή στα τέρματα του «τριφυλλιού», παρά τις κάθετες πάσες που δεν φάνηκε να είναι το βασικό χαρακτηριστικό του. Ο Ταμπόρδα έχει εξαιρετικές επαφές με τη μπάλα, την χάνει πολύ δύσκολα από τα πόδια του, μερικές φορές δείχνει να την... κολλάει, ενώ δύσκολα κάνει λάθος στις κοντινές του μεταβιβάσεις.
Επιπλέον ο Ουναΐ αγωνίζεται κυρίως ως «8», ενώ με άνεση μπορεί να καλύψει και τη θέση «10». την ώρα που ο Ταμπόρδα φαίνεται να «κολλάει» περισσότερο σε μία θέση περιφερειακού επιθετικού, θέλοντας κοντά του έναν «target man» επιθετικό για να συνδυαστεί με κοντινές πάσες. Παράλληλα τη φετινή σεζόν κάλυψε και τη θέση του εξτρέμ, παρότι δεν είναι ο παίκτης που μπορεί να «πετάξει» τη μπάλα μπροστά και να φύγει, ενώ δεν έδειξε ότι έχει την «έκρηξη» στο ένας με έναν, αν και δύσκολα έχανε τη μπάλα από τα πόδια του. Παράλληλα, του Ουναΐ φαίνεται να του ταιριάζει περισσότερο ένα ποδόσφαιρο κατοχής, ενώ ο Ταμπόρδα μοιάζει πιο πολύ στα «νερά» του όταν βγαίνει σε γρήγορες επιθετικές μεταβάσεις.
Την περασμένη σεζόν δεν ήταν λίγες οι «φωνές» που ανέφεραν ότι ο Αζεντίν Ουναΐ... έπαιζε όποτε ήθελε, «διαλέγοντας» επί της ουσίας παιχνίδια, μιας και φαινόταν να μην έχει σταθερή απόδοση, αλλά ούτε και μεγάλη συνέπεια στα αμυντικά του καθήκοντα. Από την άλλη μεριά, ο Βιθέντε Ταμπόρδα μπορεί να μην έχει τόσο πολύ στο ρεπερτόριό του τη κάθετη πάσα, αυτή τη πάσα που θα «κόψει» μια άμυνα στα δύο, όμως σίγουρα αποτελεί έναν ποδοσφαιριστή με «τσαγανό», ο οποίος δεν παρατάει καμία φάση, παίζει με τσαμπουκά, ενώ ο τρόπος που χρησιμοποιήθηκε από τον Ράφα Μπενίτεθ τον έφερε αρκετές φορές σε θέση βολής.
Ποιος ήταν πιο επιδραστικός; Τι λένε οι αριθμοί;
Μπορεί οι αριθμοί ως απόλυτοι αριθμοί να μην λένε πάντα την αλήθεια, όμως αποτελούν δεδομένα πάνω στα οποία μπορούμε να αναλύσουμε πράγματα. Όπως προαναφέραμε οι δύο ποδοσφαιριστές δεν αγωνίζονται στην ίδια θέση, ενώ το γεγονός ότι βρέθηκαν στον Παναθηναϊκό με διαφορετικούς προπονητές, διαφορετικούς συμπαίκτες και διαφορετικές συνθήκες, κάνουν τη σύγκριση λιγότερο «ακριβής». Παρ' όλα αυτά οι αριθμοί τους μπορούν να μας «πουν» κάποια πράγματα για το κατά πόσο «κούμπωσαν» στην ομάδα και για το κατά πόσο ήταν επιδραστικοί στο επιθετικό τρίτο.
Αρχικά, ο Ουναΐ αγωνίστηκε σε εννέα περισσότερα παιχνίδια από ότι ο Ταμπόρδα (37 έναντι 28), έχοντας 817 λεπτά συμμετοχής περισσότερα μέσα στον αγωνιστικό χώρο από τον Αργεντινό μεσοεπιθετικό. Ο Μαροκινός μέσος είχε 5 γκολ και 7 ασίστ, δηλαδή 12 συνεισφορές τερμάτων με τη φανέλα του Παναθηναίκού, δείχνοντας αρκετές φορές ότι είναι ικανός να «ξεκλειδώσει» μόνος του παιχνίδια.
Από την άλλη μεριά, ο Ταμπόρδα σε 28 παιχνίδια με τον Παναθηναϊκό, το 90% των οποίων ήρθαν μετά τον Ιανουάριο όταν και ενεργοποιήθηκε από τον Ράφα Μπενίτεθ, είχε 10 συνεισφορές τερμάτων με το «τριφύλλι», τα οποία μεταφράζονται σε 7 γκολ και 3 ασίστ. Προφανώς το γεγονός ότι ο Αργεντινός μεσοεπιθετικός αγωνίζεται πιο «ψηλά» στον αγωνιστικό χώρο του έδωσε το «προβάδισμα» στο να βρεθεί περισσότερες φορές σε θέση βολής από ότι ο Μαροκινός, ο οποίος, όπως προαναφέραμε. Είναι ενδεικτικό ότι από τα 5 γκολ που πέτυχε ο Ουναΐ με τον Παναθηναϊκό τα 4 ήρθαν από σουτ είτε έξω από τη μεγάλη περιοχή, είτε από τα όρια αυτής, ενώ αντιθέτως από τα 7 γκολ του Ταμπόρδα μόνο ένα ήρθε εκτός περιοχής, με τα υπόλοιπα να έρχονται με κοντινές εκτελέσεις. Αυτό βεβαίως πιστώνεται και στις πολύ καλές θέσεις που έπαιρνε στη περιοχή ο Ταμπόρδα.
Συνοπτικά, ο Ουναΐ είχε δύο συνεισφορές τερμάτων περισσότερες από τον Ταμπόρδα σε σχεδόν 10 παιχνίδια περισσότερα (αν το διαιρέσουμε με τα λεπτά συμμετοχής). Ο Αργεντινός έδειξε πολύ καλή «χημεία» με τον Ανδρέα Τεττέη, με τον οποίο συνεργάστηκε σε αρκετά γκολ του Παναθηναϊκού, ενώ αντίστοιχα ο Μαροκινός λειτουργούσε πιο... αυτόνομα, φτιάχνοντας φάσεις για τον εαυτό του κι απειλώντας κυρίως με σουτ από απόσταση.