«Πώς είναι σήμερα τα πτωματάκια μου;» — Κραυγές κάτω από τα φώτα του Μουντιάλ
Το Μουντιάλ του 1978 στην Αργεντινή ήταν πιο πολύ πληγή, παρά γιορτή - Πίσω από τις ιαχές στα γήπεδα, μια άλλη πραγματικότητα συνέχιζε να αναπνέει στο σκοτάδι: αυτή είναι η ιστορία των Desaparecidos.
Την 1η Ιουνίου 1978, ο στυγνός και αμετανόητος δικτάτορας Χόρχε Ραφαέλ Βιδέλα, κήρυξε την έναρξη του «Μουντιάλ της ειρήνης», όπως το αποκάλεσε στην ομιλία του. Δίπλα του στεκόταν και ο Βραζιλιάνος Ζοάο Αβελάνζ, ο οποίος επιθυμούσε να κυλήσουν όλα άψογα στο πρώτο του Παγκόσμιο Κύπελλο ως πρόεδρος της FIFA.
Περισσότεροι από εβδομήντα χιλιάδες άνθρωποι ήταν στις εξέδρες του Μονουμεντάλ στο Μπουένος Άιρες. Η δικτατορία είχε κηρύξει αργία. Την ίδια ώρα στην Πλατεία του Μαΐου, περίπου σαράντα τετράγωνα μακριά από το Μονουμεντάλ, οι Μητέρες της Πλατείας του Μαΐου συνέχιζαν τον αργό, κυκλικό τους περίπατο με τα λευκά μαντήλια στα χέρια τους, απελπισμένες και ζητώντας βοήθεια.
Στην περιοχή γύρω από το στάδιο, δύο νεαροί αγωνιστές τόλμησαν εκείνη την 1η Ιουνίου να μοιράσουν φυλλάδια καταγγέλλοντας τη φρίκη. Ονομάζονταν Ρουμπέν Αλφρέδο Μαρτίνες και Σελεστίνο Ομάρ Μπασταρίκα. Τα ονόματά τους ανοίγουν τη λίστα των πενήντα ανθρώπων που εξαφανίστηκαν κατά τη διάρκεια του μήνα του Μουντιάλ, ανάμεσά τους και εννέα έγκυες, μερικά από τα παιδιά των οποίων εξακολουθούν ακόμη και σήμερα να αναζητούνται.
Περιλαμβάνονται στους περίπου 30.000 εξαφανισμένους της δικτατορίας που αναγνωρίζουν οι οργανώσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων.
Είναι οι Desaparacidos, οι αφανείς πρωταγωνιστές σε αυτή τη συνύπαρξη γιορτής και φρίκης, αυτό το «παράλογο καρναβάλι», όπως το περιέγραψε ο δημοσιογράφος και ποιητής Κάρλος Φερέιρα.
Ενώ εκατομμύρια άνθρωποι γιόρταζαν την πρώτη κατάκτηση του Παγκοσμίου Κυπέλλου από την εθνική ομάδα της χώρας, η Αργεντινή ζούσε υπό μία από τις πιο βίαιες δικτατορίες της Λατινικής Αμερικής. Μεταξύ 1976 και 1983, το στρατιωτικό καθεστώς υπό τον Βιδέλα ανέπτυξε ένα σύστημα μυστικής καταστολής με απαγωγές, βασανιστήρια, δολοφονίες και εξαφανίσεις. Κατά τη διάρκεια του τουρνουά, εκατοντάδες άνθρωποι κρατούνταν παράνομα σε μυστικά κέντρα κράτησης, ενώ τα γήπεδα γέμιζαν από φιλάθλους και δημοσιογράφους από όλο τον κόσμο.
Η ιστορία των εξαφανισμένων κατά τη διάρκεια του Μουντιάλ του 1978 έχει εξελιχθεί σε ένα από τα πιο ισχυρά σύμβολα της σχέσης ανάμεσα στον αθλητισμό, την πολιτική και τα ανθρώπινα δικαιώματα.
Η στρατιωτική δικτατορία στην Αργεντινή
Στις 24 Μαρτίου 1976, οι Ένοπλες Δυνάμεις ανέτρεψαν τη συνταγματική κυβέρνηση της Iσαμπέλ Περόν και εγκαθίδρυσαν το λεγόμενο «Εθνικό Σχέδιο Αναδιοργάνωσης» (Proceso de Reorganización Nacional).
Το νέο καθεστώς ισχυριζόταν ότι πολεμούσε τις ένοπλες αντάρτικες οργανώσεις. Στην πράξη, όμως, ανέπτυξε ένα σύστημα κρατικής τρομοκρατίας που καταδίωξε πολιτικούς ακτιβιστές, συνδικαλιστές, φοιτητές, δημοσιογράφους, διανοούμενους και πολίτες που θεωρούνταν αντίπαλοι του καθεστώτος. Οι οργανώσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων εκτιμούν ότι υπήρξαν περίπου 30.000 εξαφανισμένοι.
Το Μουντιάλ ως πολιτικό εργαλείο
Η Αργεντινή είχε επιλεγεί ως διοργανώτρια του Παγκοσμίου Κυπέλλου πολλά χρόνια πριν από το στρατιωτικό πραξικόπημα. Όταν η δικτατορία ανέλαβε την εξουσία, αντιλήφθηκε γρήγορα τη μεγάλη πολιτική αξία της διοργάνωσης.
Η στρατιωτική κυβέρνηση επένδυσε τεράστιους πόρους στην οργάνωση του πρωταθλήματος και προσπάθησε να παρουσιάσει στον κόσμο μια εικόνα σταθερότητας, τάξης και κανονικότητας. Η στρατιωτική χούντα χρησιμοποίησε το Μουντιάλ ως διεθνή προπαγανδιστική επιχείρηση, με στόχο να βελτιώσει την εικόνα της τη στιγμή που οι καταγγελίες για παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων πολλαπλασιάζονταν.
Η επίσημη εκστρατεία προπαγάνδας προωθούσε το σύνθημα: «Οι Αργεντινοί είμαστε δίκαιοι και ανθρώπινοι», ενώ διεθνείς οργανώσεις κατήγγελλαν απαγωγές, βασανιστήρια και εξαφανίσεις. Η αντίθεση ανάμεσα στη γιορτή του ποδοσφαίρου και την κρατική καταστολή αποτέλεσε μία από τις μεγαλύτερες αντιφάσεις της σύγχρονης αργεντίνικης ιστορίας.
Η ESMA - Ένα κέντρο βασανιστηρίων λίγα μέτρα από το Μουντιάλ
Ένα από τα πιο ανατριχιαστικά γεγονότα ήταν η φυσική εγγύτητα ανάμεσα στο κυριότερο μυστικό κέντρο κράτησης και στο βασικό γήπεδο της διοργάνωσης.
Η Ανώτερη Σχολή Μηχανικών του Ναυτικού (ESMA) λειτούργησε ως ένα από τα μεγαλύτερα κέντρα απαγωγών, βασανιστηρίων και εξόντωσης της δικτατορίας. Από εκεί πέρασαν περίπου 5.000 άνθρωποι, οι περισσότεροι από τους οποίους παραμένουν αγνοούμενοι.
Το Στάδιο Μονουμεντάλ βρισκόταν μόλις λίγα οικοδομικά τετράγωνα, ούτε δύο χιλιόμετρα, μακριά από την ESMA. Ενώ οι φίλαθλοι πανηγύριζαν τα γκολ της Αργεντινής, οι κρατούμενοι μπορούσαν να ακούσουν από τα κελιά τους τις ζητωκραυγές του πλήθους.
Οι μαρτυρίες επιζώντων περιγράφουν μια σχεδόν σουρεαλιστική εμπειρία: να ακούν τον εθνικό ενθουσιασμό ενώ ταυτόχρονα συνεχίζονταν τα βασανιστήρια, οι ανακρίσεις και η καταναγκαστική εργασία μέσα στο κέντρο κράτησης. Σε κάποιες περιπτώσεις οι βασανιστές ανέβαζαν τη μουσική για να καλύψουν τις κραυγές των ανακρίσεων. Άλλοτε συνέβαινε το αντίστροφο: τα γκολ και οι πανηγυρισμοί σκέπαζαν τους ήχους των βασανιστηρίων.
Η ESMA διέθετε και ειδικό χώρο όπου κρατούνταν έγκυες μέχρι να γεννήσουν. Πολλές δολοφονούνταν λίγες ημέρες ή εβδομάδες μετά τον τοκετό. Τα παιδιά τους καταγράφονταν με ψεύτικες ταυτότητες και μεγάλωναν χωρίς να γνωρίζουν την πραγματική καταγωγή τους. Από τις μαρτυρίες και τις δικαστικές έρευνες προκύπτει ότι εκατοντάδες παιδιά κρατουμένων απήχθησαν με αυτόν τον τρόπο κατά τη διάρκεια της δικτατορίας. Πολλά από αυτά τα παιδιά εντοπίστηκαν δεκαετίες αργότερα χάρη στο έργο των Μητέρων της Πλατείας του Μαΐου.
Οι συγκλονιστικές μαρτυρίες επιζώντων
Ο Ρικάρδο Κοκέτ θυμόταν ότι οι κρατούμενοι παρακολούθησαν τον αγώνα Αργεντινή–Περού (6-0) στο υπόγειο της ESMA. Για λίγα λεπτά ένιωσαν χαρά, όπως εκατομμύρια συμπατριώτες τους. Όταν όμως τελείωσε ο αγώνας και άνοιξαν οι πόρτες, είδαν έναν συγκρατούμενό τους νεκρό στο πάτωμα. Όπως είπε ο ίδιος, πέρασαν «από τη μικρή ευφορία του ποδοσφαίρου πίσω στην πραγματικότητα της ESMA».
Μια από τις πιο παράξενες ιστορίες αφορά τον Λισάνδρο Κούμπας. Ενώ ήταν εξαφανισμένος και κρατείτο στην ESMA, οι αξιωματικοί τον ανάγκασαν να κατασκευάσει μια ψεύτικη δημοσιογραφική ταυτότητα και να παραστεί σε συνέντευξη Τύπου του προπονητή της εθνικής ομάδας της Αργεντινής, Σέσαρ Λουίς Μενότι. Φανταστείτε το παράδοξο: ένας άνθρωπος που επίσημα «δεν υπήρχε», κυκλοφορούσε δημόσια ως δημοσιογράφος.
Η επιζήσασα Νόρμα Σουσάλ, η οποία απήχθη στις 8 Οκτωβρίου του 1976 στα 17 της, περιέγραψε ότι οι κρατούμενοι ζούσαν μόνιμα με κουκούλα, αλυσοδεμένοι και απομονωμένοι. Ένας από τους φρουρούς συνήθιζε να τους χαιρετάει λέγοντας: «Πώς είναι τα πτωματάκια μου σήμερα;». Ήταν η προαναγγελία του θανάτου τους.
Στις 25 Ιουνίου 1978, την ημέρα του τελικού, οι κρατούμενοι στο τμήμα La Pecera της ESMA παρακολουθούσαν τον αγώνα μαζί με τους φρουρούς τους. Όταν η Αργεντινή νίκησε με 3-1 την Ολλανδία, οι πανηγυρισμοί ακούγονταν από το Μονουμεντάλ.
Την ώρα που ο κόσμος πανηγύριζε το γκολ του Μάριο Κέμπες στον τελικό, λίγα τετράγωνα μακριά υπήρχαν έγκυες που περίμεναν να γεννήσουν γνωρίζοντας ότι πιθανότατα δεν θα ξανάβλεπαν τα παιδιά τους, και κρατούμενοι με κουκούλες που άκουγαν τις ιαχές του γηπέδου ανάμεσα σε ανακρίσεις, βασανιστήρια και φόβο.
Ο Οσβάλδο Αρδίλες εξομολογήθηκε ότι αργότερα αναρωτιόταν συχνά για τις συνέπειες κάθε γκολ που πετύχαινε η εθνική ομάδα.
Από τη μία πλευρά, είπε, ένα γκολ ίσως ηρεμούσε την οργή ενός βασανιστή. Ταυτόχρονα όμως το ίδιο γκολ μπορούσε να συμβάλει στην παράταση της ζωής της δικτατορίας. Ήταν αδύνατο να το γνωρίζει κανείς τότε.
Η επιζήσασα Γκρασιέλα Νταλέο έχει καταθέσει μία από τις πιο γνωστές μαρτυρίες για τον τελικό. Όταν μπήκε στην αίθουσα ο διαβόητος βασανιστής Χόρχε Εδουάρδο Ακόστα, «Τίγρης Ακόστα» ήταν το παρατσούκλι του, φωνάζοντας:
«Κερδίσαμε! Κερδίσαμε!» η ίδια θυμήθηκε ότι σκέφτηκε: «Αν αυτοί κέρδισαν, εμείς χάσαμε».
Για εκείνη, η κατάκτηση του Κυπέλλου σήμαινε ταυτόχρονα και μια τεράστια πολιτική νίκη της δικτατορίας, που αξιοποιούσε τον θρίαμβο για να κρύψει τα εγκλήματά της.
Η νίκη στο Μουντιάλ προκάλεσε τεράστια λαϊκή χαρά. Ωστόσο, για τις οικογένειες των εξαφανισμένων, ο εορτασμός συνυπήρχε με την αγωνία για την τύχη των αγαπημένων τους προσώπων.
Η προσπάθεια εντοπισμού των αγνοούμενων και το «Ποτέ ξανά»
Με την αποκατάσταση της δημοκρατίας το 1983 (το στρατιωτικό καθεστώς κατέρρευσε μετά την ήττα στον πόλεμο των Φόκλαντ) άρχισαν οι έρευνες για τα εγκλήματα της δικτατορίας.
Κομβικό ρόλο σε αυτή τη διαδικασία είχε η Εθνική Επιτροπή για την Εξακρίβωση της Τύχης των Εξαφανισμένων (CONADEP), η οποία συγκροτήθηκε το 1983 από την κυβέρνηση του Ραούλ Αλφονσίν. Η Επιτροπή συγκέντρωσε χιλιάδες μαρτυρίες από επιζώντες, συγγενείς θυμάτων και πρώην κρατούμενους, καταγράφοντας με συστηματικό τρόπο το εύρος των παραβιάσεων των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Το αποτέλεσμα αυτής της έρευνας δημοσιεύτηκε στην εμβληματική έκθεση «Nunca Más» («Ποτέ Ξανά»), η οποία αποτέλεσε τη βάση για όλες τις μετέπειτα δικαστικές διαδικασίες.
Τα πορίσματα της CONADEP αποκάλυψαν ότι η κρατική καταστολή δεν ήταν τυχαία ή αποσπασματική, αλλά οργανωμένη και συστηματική. Χιλιάδες άνθρωποι είχαν απαχθεί από κρατικές δυνάμεις ασφαλείας χωρίς επίσημα στοιχεία κράτησης, οδηγούμενοι σε μυστικά κέντρα κράτησης όπως η ESMA. Εκεί, σύμφωνα με μαρτυρίες, υπέστησαν βασανιστήρια, ψυχολογική βία και, σε πολλές περιπτώσεις, εκτελέσεις χωρίς δίκη.
Ένα από τα πιο συγκλονιστικά ευρήματα των ερευνών αφορά τις λεγόμενες «πτήσεις θανάτου», κατά τις οποίες κρατούμενοι ναρκώνονταν και ρίχνονταν ζωντανοί στη θάλασσα ή στον ποταμό Ρίο ντε λα Πλάτα. Παράλληλα, αποκαλύφθηκε και το εκτεταμένο σύστημα απαγωγής νεογέννητων παιδιών από κρατούμενες μητέρες, τα οποία δίνονταν παράνομα για υιοθεσία σε οικογένειες που συνδέονταν με το καθεστώς.
Η ιστορία του Μουντιάλ του 1978 θα κουβαλά για πάντα μια δεύτερη, σκοτεινή αφήγηση, αυτή των ανθρώπων που χάθηκαν χωρίς ίχνος. Οι Desaparecidos δεν είναι μόνο ένας αριθμός, αλλά η υπενθύμιση ότι ακόμη και στις πιο λαμπερές στιγμές του αθλητισμού μπορεί να συνυπάρχει η πιο βαθιά ανθρώπινη τραγωδία. Ανάμεσα στη χαρά και στον φόβο, στη γιορτή και στη σιωπή, αυτό το κεφάλαιο της ιστορίας δεν γράφτηκε μόνο από τους νικητές, αλλά και από εκείνους που δεν ακούστηκαν ποτέ.